Θεφάνους 9, Πρέβεζα info@gkantona.gr     +30 26823 01351
ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Το οικογενειακό σύστημα σε λειτουργικό επίπεδο διέπεται από τρεις βασικές διαστάσεις σύμφωνα με τον Olson και τους συνεργάτες του Russel και Sprenkle(1979, 1983, 1986, 1989): τη συνοχή της οικογένειας, την προσαρμοστικότητα στις αλλαγές που συμβαίνουν με το πέρασμα του χρόνου και την επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Το θεωρητικό μοντέλο που προτάθηκε βάσει αυτών των τριών διαστάσεων ονομάστηκε «συνδυαστικό μοντέλο» (circumplex model). Ωστόσο,στα πλαίσια αυτής της εργασίας θα ασχοληθούμε μόνο με τις διαστάσεις της συνοχήςκαι της προσαρμοστικότητας και όχι της επικοινωνίας, καθώς αυτή δεν είναι μια δομική διάσταση, αλλά λειτουργεί επικουρικά στις διαστάσεις της συνοχής και τηςπροσαρμοστικότητας.

Η συνοχή ορίζεται ως «το συναισθηματικό δέσιμο των μελών μιαςοικογένειας μεταξύ τους» (Olson, Russel & Sprenkle, 1983, σελ. 70). Πιο συγκεκριμένες έννοιες που αξιολογούν τη συνοχή είναι το συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ των μελών, τα όρια, οι συμμαχίες και η υποστήριξη μεταξύ των μελών, όπως για παράδειγμα οι συμβουλές για τη λήψη αποφάσεων, τα ενδιαφέροντα στον ελεύθερο χρόνο, οι προσωπικοί φίλοι του κάθε μέλους, ο προσωπικός χώρος, κ.α.
Η συνοχή είναι μια συνεχής διάσταση που στον ένα πόλο της υπάρχει η πολύχαμηλή συνοχή και στον αντίθετο πόλο η υπερβολική συνοχή. Κατά μήκος αυτούτου συνεχούς διαμορφώνονται τέσσερα επίπεδα συνοχής. Έτσι, οι οικογένειες με ταπιο χαμηλά επίπεδα συνοχής χαρακτηρίζονται ως συναισθηματικά αποδεσμευμένες(disengaged). Στις οικογένειες αυτές υπάρχει μεγάλος βαθμός αυτονομίας καιδιαφοροποίησης των μελών, με αποτέλεσμα τα μέλη της οικογένειας να είναισυναισθηματικά απομακρυσμένα μεταξύ τους, να μην υπάρχει οικειότητα και ναείναι μικρή η στήριξη που προσφέρει το ένα μέλος στο άλλο. Στο επόμενο επίπεδοσυνοχής κατατάσσονται οι συναισθηματικά διαφοροποιημένες (separated)οικογένειες, οι οποίες διακρίνονται από κάπως μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των μελώναπ’ ό,τι οι αποδεσμευμένες. Στις οικογένειες αυτές οι τάσεις διαφοροποίησης είναιπάλι μεγαλύτερες από τις συνεκτικές, καθώς οι δραστηριότητες κάθε μέλουςπροηγούνται από τις κοινές, όμως υπάρχει ομαδική δράση, όπως στήριξη του ενόςμέλους προς το άλλο, ομαδική λήψη αποφάσεων, κοινά ενδιαφέροντα. Στο επόμενοεπίπεδο υπάρχουν οι συναισθηματικά συνδεδεμένες (connected) οικογένειες, όπου1οι συνεκτικές τάσεις είναι πιο ισχυρές από τις τάσεις αποσύνδεσης. Σε αυτές τιςοικογένειες δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην οικειότητα μεταξύ των μελών, στηνέκφραση των συναισθημάτων, στις συλλογικές δραστηριότητες. Τα μέλη τηςοικογένειας είναι διαφοροποιημένα μεταξύ τους, καθώς έχουν ξεχωριστούς φίλουςκαι δραστηριότητες, όμως έχει μεγαλύτερη σημασία η οικογενειακή ενότητα. Στοτέταρτο επίπεδο συνοχής υπάρχουν οι συναισθηματικά αδιαφοροποίητες(enmeshed) οικογένειες, στις οποίες υπάρχει έντονη αλληλεξάρτηση μεταξύ τωνμελών και ανύπαρκτη αυτονομία και διαφοροποίηση. Στις οικογένειες αυτές τα όριαανάμεσα στα μέλη είναι ιδιαίτερα χαλαρά έως ανύπαρκτα και δεν υπάρχειπροσωπικός χώρος και προσωπική δραστηριοποίηση. Συνήθως, η ενέργεια τωνμελών εξαντλείται εντός οικογένειας.
Από τα τέσσερα αυτά επίπεδα συνοχής οι πιο λειτουργικές οικογένειες είναι οισυναισθηματικά διαφοροποιημένες και οι συναισθηματικά συνδεδεμένες οικογένειες.Στα ενδιάμεσα αυτά επίπεδα συνοχής οι οικογένειες μπορούν να εξασφαλίσουν ένασημαντικό βαθμό αυτονομίας στα μέλη τους, χωρίς ταυτόχρονα να απομονώνονταισυναισθηματικά. Αντίθετα, στις συναισθηματικά αποδεσμευμένες οικογένειες ταάτομα ακολουθούν το δικό τους δρόμο και νιώθουν μόνοι τους, καθώς δε δέχονταιστήριξη από τους δικούς τους ανθρώπους. Στο άλλο άκρο, οι συναισθηματικάαδιαφοροποίητες οικογένειες υπονομεύουν την εξατομίκευση των μελών τους καικάθε προσπάθεια για διαφοροποίηση θεωρείται ως προδοσία για την ενότητα τηςοικογένειας. Μοιάζει δηλαδή το οικογενειακό σύστημα να μην αντέχει τηδιαφοροποίηση των μελών και τη θεωρεί ιδιαίτερα απειλητική.
Η δεύτερη λειτουργική διάσταση είναι η προσαρμοστικότητα και ορίζεταιως «.. η ικανότητα του οικογενειακού συστήματος να αλλάζει τη δομή ισχύος του,τους ρόλους και τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις των μελών, ανάλογα μεστρεσσογόνα γεγονότα και αναπτυξιακές απαιτήσεις» (Olson, Russel & Sprenkle,1983, σελ. 70). Η προσαρμοστικότητα προσδιορίζει ουσιαστικά το βαθμό ευελιξίαςκαι ευκαμψίας της οικογένειας σε νέες συνθήκες και δεδομένα. Μια σειρά απόέννοιες της κοινωνιολογίας έχουν χρησιμοποιηθεί για να περιγραφούν και νααξιολογηθούν οι οικογένειες ως προς αυτή τη διάσταση. Αυτές οι έννοιες εκφράζουντην οικογενειακή ισχύ, όπως η πειθαρχία, ο έλεγχος, η διεκδικητικότητα, οι τρόποιδιαπραγμάτευσης, οι ρόλοι και οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις των μελών, κ.α.
Επίσης, σύμφωνα με τον Olson οι οικογένειες διακρίνονται σύμφωνα με τοβαθμό προσαρμοστικότητας που τις χαρακτηρίζει σε τέσσερα επίπεδα λειτουργίας.2Έχουμε λοιπόν τις άκαμπτες (rigid) οικογένειες, στις οποίες είναι πολύ δύσκολη ηπαραμικρή αλλαγή της δομής τους. Συνήθως, υπάρχει αυστηρή ιεραρχία ανάμεσα σταμέλη, ένας είναι ο αρχηγός της οικογένειας, ο οποίος είναι και πολύ ελεγκτικός προςτα υπόλοιπα μέλη. Οι ρόλοι και αρμοδιότητες των μελών δεν υπόκεινται σεδιαπραγμάτευση και οι κανόνες λειτουργίας της οικογένειας δεν αμφισβητούνται. Στοεπόμενο επίπεδο προσαρμοστικότητας βρίσκονται οι δομημένες (structured)οικογένειες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δομή, που όμωςμεταβάλλεται με το χρόνο. Οι κανόνες στις οικογένειες αυτές δεν αμφισβητούνταιεύκολα, αλλά με το πέρασμα του χρόνου αναπροσαρμόζονται. Παράλληλα, οι ρόλοιτων μελών είναι σαφώς καθορισμένοι και η ευθύνη για τις δουλειές του σπιτιού είναιμοιρασμένη. Οι σχέσεις είναι αρκετά δημοκρατικές και στις διαπραγματεύσεις καισυζητήσεις παίρνουν μέρος και τα παιδιά. Σε ένα τρίτο επίπεδο προσαρμοστικότηταςκατατάσσονται οι ευέλικτες (flexible) οικογένειες, στις οποίες οι κανόνες και οιρόλοι των μελών τροποποιούνται ανάλογα με τις αναπτυξιακές απαιτήσεις, υπάρχειδημοκρατία στη λήψη των αποφάσεων, η ιεραρχία είναι ευέλικτη και τα παιδιά έχουνάποψη για ό,τι τα αφορά. Τέλος, οι χαοτικές (chaotic) οικογένειες δεν έχουν σταθερήδομή, οι κανόνες λειτουργίας και οι ρόλοι των μελών είναι ασαφείς και υπάρχειπροχειρότητα και παρορμητικότητα στη λήψη των αποφάσεων. Παράλληλα, ηιεραρχία των μελών είναι ανύπαρκτη.
Από τα τέσσερα αυτά επίπεδα πιο λειτουργικές είναι οι ευέλικτες και οιδομημένες οικογένειες, καθώς μπορούν και εξισορροπούν τις τάσεις για αλλαγή καιδιατήρηση μιας σταθερής δομής. Στις οικογένειες αυτές ευνοείται ο διάλογος για ταθέματα της οικογένειας, η ιεραρχία εξασφαλίζει την ομαλή λειτουργία τηςοικογένειας, ισορροπούνται οι συλλογικές με τις ατομικές ανάγκες, οι ρόλοι είναιευέλικτοι, κ.α.
Σύμφωνα λοιπόν με το συνδυαστικό μοντέλο με το συνδυασμό των τεσσάρωνεπιπέδων κάθε μιας από τις δύο αυτές διαστάσεις προκύπτουν 16 διαφορετικοί τύποιοικογενειακών συστημάτων. Από αυτούς οι τέσσερις είναι οι πιο λειτουργικοί καιυγιείς: οι οικογένειες που είναι ευέλικτες και διαφοροποιημένες, οι ευέλικτες καισυνδεδεμένες, οι δομημένες και διαφοροποιημένες και οι δομημένες καισυνδεδεμένες. Από τους υπόλοιπους τύπους, οχτώ είναι ακραίοι στη μια διάστασηκαι μεσαίοι στην άλλη, δηλαδή οι οικογένειες που είναι άκαμπτες και συνδεδεμένες,οι άκαμπτες και διαφοροποιημένες, οι δομημένες και χαοτικές, οι δομημένες καιαποσυνδεμένες, οι ευέλικτες και χαοτικές, οι ευέλικτες και αδιαφοροποίητες, οι3χαοτικές και συνδεδεμένες και οι χαοτικές και διαφοροποιημένες. Οι υπόλοιποιτέσσερις τύποι οικογενειών είναι ακραίοι και στις δύο διαστάσεις: οι άκαμπτες καιαδιαφοροποίητες, οι χαοτικές και αδιαφοροποίητες, οι χαοτικές και αποσυνδεμένεςκαι οι άκαμπτες και αποσυνδεμένες.

 Η σχέση της συνοχής και της προσαρμοστικότητας με τη λειτουργικότητα τουοικογενειακού συστήματος

Αναφορικά στη σχέση των δύο αυτών διαστάσεων και της αποτελεσματικήςλειτουργίας του οικογενειακού συστήματος η αρχική υπόθεση που διαμορφώθηκεήταν ότι υπάρχει μια καμπυλόγραμμη σχέση. Συγκεκριμένα, η υπόθεση ήταν ως εξής:«Οι οικογένειες με ισορροπημένη συνοχή και προσαρμοστικότητα, που εμπίπτουνδηλαδή στα δύο κεντρικά επίπεδα, αναμένεται να λειτουργούν σε γενικές γραμμές πιοεπαρκώς κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους απ’ ό,τι αυτές που εμπίπτουν σταακραία επίπεδα των δύο διαστάσεων» (Olson, Russel & Sprenkle, 1983, σελ. 73).Ωστόσο, η υπόθεση αυτή δε βρέθηκε να έχει καθολική ισχύ. Για παράδειγμα, οιGreen et al. (1991) σε έρευνα τους με δείγμα 2.440 οικογένειες βρήκανε μόνο τηδιάσταση της συνοχής να σχετίζεται με τη λειτουργικότητα της οικογένειας και αυτήη σχέση ήταν γραμμική. Αντίθετα, η διάσταση της προσαρμοστικότητας δεσχετιζόταν καθόλου με τη λειτουργικότητα, προτείνοντας έτσι την περαιτέρωμεθοδολογική διερεύνηση της διάστασης αυτής. Οι ερευνητές αυτοί καταλήξανε στοότι υπάρχει πιθανότητα να ισχύει η καμπυλόγραμμη υπόθεση, όμως το«Ερωτηματολόγιο Συναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας» δε μπορείνα τη μετρήσει.
Παρόμοια ήταν και τα ευρήματα σε αντίστοιχη έρευνα του Olson (1989), στηνοποία φάνηκε ότι η καμπυλόγραμμη σχέση μεταξύ των δύο διαστάσεων και τηςλειτουργικότητας ισχύει για οικογένειες που εμφανίζουν ψυχοπαθολογία, όταν όμωςχρησιμοποιούνται άλλα ερωτηματολόγια που αξιολογούνε το συνδυαστικό μοντέλο,όπως η «Κλίμακα Κλινικής Βαθμολόγησης», ενώ η γραμμική σχέση ισχύει για πιοφυσιολογικές οικογένειες. Όταν χρησιμοποιείται το «ΕρωτηματολόγιοΣυναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας» είναι σαφής η γραμμική σχέση,με το μεγαλύτερο μέρος της διακύμανσης να εξηγείται από τη συνοχή.
Επίσης, η ισχύς της καμπυλόγραμμης σχέσης εξετάστηκε ανάλογα με τομέλος της οικογένειας που συμπληρώνει το ερωτηματολόγιο. Βρέθηκε ότι ηκαμπυλόγραμμη σχέση ισχύει, όταν οι έφηβοι αξιολογούν τις πατρικές τουςοικογένειες, αλλά όχι όταν μητέρες αξιολογούν τις οικογένειες που οι ίδιεςδημιούργησαν (Green, 1989). Φαίνεται δηλαδή ότι η υπερβολική εγγύτητα εκτιμάταιως επιθυμητή από τους γονείς αλλά όχι από τους εφήβους, οι οποίοι τηναντιλαμβάνονται ως περιοριστική και παρεμβατική στα πλαίσια της πορείαςεξατομίκευσής τους. Η Dundas (1994) σε έρευνα με Νορβηγούς εφήβους βρήκε μιακαμπυλόγραμμη σχέση των διαστάσεων του «Ερωτηματολογίου ΣυναισθηματικήςΣυνοχής και Προσαρμοστικότητας» με την ψυχική υγεία, όταν περιγράφανε τηνπατρική τους οικογένεια, όμως πιο σύνθετες αναλύσεις δείξανε ότι τελικά τοερωτηματολόγιο σχετίζεται γραμμικά με τη λειτουργικότητα της οικογένειας και στηνεκτίμηση της πατρικής οικογένειας.
Σε απάντηση αυτών των ερευνητικών αποτελεσμάτων ο Olson (1991)αναθεώρησε και επέκτεινε το μοντέλο του σε «τρισδιάστατο Συνδυαστικό Μοντέλο».Ο σκοπός αυτής της αναθεώρησης ήταν να ενσωματώσει την «αλλαγή δεύτερηςτάξης» στο μοντέλο του. Η «αλλαγή πρώτης τάξης» είναι μια ποσοτική αλλαγή καισυμβαίνει μέσα σε ένα συγκεκριμένο τύπο οικογενειακού συστήματος, ενώ η«αλλαγή δεύτερης τάξης» είναι η ικανότητα ενός τύπου οικογενειακού συστήματοςνα μεταβάλλεται σε έναν άλλο τύπο. Σύμφωνα και με τις παρατηρήσεις του Lee(1988) η αλλαγή πρώτης τάξης μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται καμπυλόγραμμα μετη λειτουργικότητα της οικογένειας, καθώς ούτε μια χαοτική οικογένεια που συνεχώςαλλάζει τους κανόνες, ούτε η άκαμπτη οικογένεια που ποτέ δεν αλλάζει τους κανόνεςτης μπορεί να θεωρηθεί λειτουργική, ενώ οι ενδιάμεσες καταστάσεις είναι πιοισορροπημένες. Αντίθετα, η αλλαγή δεύτερης τάξης σχετίζεται γραμμικά με τηλειτουργικότητα της οικογένειας. Αυτό σημαίνει ότι όσο πιο ανεπτυγμένη είναι ηικανότητα του οικογενειακού συστήματος να αλλάζει τη δομή του για ναπροσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις, το οποίο εκφράζει μια «αλλαγή δεύτερηςτάξης», τόσο πιο αποτελεσματική και υγιής είναι η αντίδραση της οικογένειας στιςεξελικτικές ή ψυχοπιεστικές απαιτήσεις του περιβάλλοντός της.
Επιπρόσθετα, ο Olson (1993) διατείνεται ότι η αλλαγή δεύτερης τάξηςεκφράζει τη θέση ότι τόσο οι τέσσερις λειτουργικοί τύποι οικογενειών όσο και οιακραίοι παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ τους. Το «Ερωτηματολόγιο Συναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας» λοιπόν, μετρά γραμμικά τις δύο αυτές διαστάσεις, καθώς έχει αποδειχτεί εμπειρικά πως οι υψηλές τιμέςαντιστοιχούν σε «Ισορροπημένους τύπους» και οι χαμηλές σε «Ακραίους τύπους».Συγκεκριμένα, η υψηλή βαθμολογία στη συνοχή χαρακτηρίζει τις πολύ συνδεδεμένεςοικογένειες και η υψηλή βαθμολογία στην προσαρμοστικότητα τις πολύ ευέλικτες οικογένειες. Έτσι, το τρισδιάστατο μοντέλο αποτελείται από τα τρία αυτά επίπεδα λειτουργικότητας: τους Ακραίους τύπους οικογενειών, τους Ενδιάμεσους και τους Iσορροπημένους.
Επίσης, αυτό που προκύπτει για τις φυσιολογικές οικογένειες είναι ότι υψηλάεπίπεδα συνοχής και προσαρμοστικότητας της οικογένειας σχετίζονται με τηνέλλειψη συμπτωμάτων και την ικανοποίηση των μελών της (Olson, 1986), δηλαδή μετην αποτελεσματική λειτουργικότητά της. Ανάλογα ήταν τα ευρήματα και σε έρευναμε δείγμα 1.000 αμερικάνικες οικογένειες σε όλες τα στάδια του κύκλου ζωής τηςοικογένειας (Olson et al., 1983). Έτσι, ο Olson (1993) διαμορφώνει την εξής υπόθεσηγια το αναθεωρημένο μοντέλο του: οι οικογένειες που ανήκουν στους«Ισορροπημένους τύπους» λειτουργούν πιο αποτελεσματικά από τους «Ακραίουςτύπους». Οι οικογένειες πρέπει να ισορροπούν ανάμεσα στις τάσεις για εγγύτητα καιδιαφοροποίηση και τις τάσεις για σταθερότητα και αλλαγή. Οι Ισορροπημένεςοικογένειες δεν παραμένουν σταθερές στις μεσαίες βαθμολογίες, αλλά μπορεί ναλειτουργούν ακραία σε κάποιες περιόδους, επανέρχονται όμως στο συνήθη μέσο όροτους. Αυτό σημαίνει ότι οι ακραίες συμπεριφορές μπορεί να είναι κατάλληλες, όταν ηοικογένεια αντιμετωπίζει ιδιαίτερες αναπτυξιακές απαιτήσεις ή στρεσσογόναγεγονότα, καθώς κάτω από τέτοιες συνθήκες τροποποιεί τα επίπεδα συνοχής καιπροσαρμοστικότητάς της. Αυτές οι τροποποιήσεις αποτελούν «αλλαγές δεύτερηςτάξης» δηλαδή αλλαγές στο ίδιο το σύστημα. Επίσης, οι ακραίοι τύποι μπορεί ναείναι λειτουργικοί, αν η οικογένεια ανήκει σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, τηστιγμή που οι οικογένειες αυτές λειτουργούν αποτελεσματικά στο βαθμό που τα μέλητης οικογένειας θεωρούν ότι αυτό είναι το φυσιολογικό, δηλαδή να λειτουργούν μεακραίους τρόπους.
Μια άλλη διάσταση που σχετίζεται με τη λειτουργικότητα της οικογένειας ωςπρος τη συνοχή και την προσαρμοστικότητα είναι οι προσδοκίες των μελών τηςοικογένειας για τα επίπεδα λειτουργίας αυτών των διαστάσεων. Σε πολλέςοικογένειες είτε αυτές ανήκουν σε εθνικές μειονότητες είτε όχι υπάρχουν προσδοκίεςπου δίνουν έμφαση στην έντονη οικογενειακή συνεκτικότητα. Αυτές οι οικογένειεςμπορεί να περιγράφονται ως ακραίες στη συνοχή και προσαρμοστικότητά τους, όμως6να λειτουργούν αποτελεσματικά τη στιγμή που τα μέλη προσδοκούν ότι έτσι θαπρέπει να λειτουργεί η οικογένειά τους. Αυτή η τοποθέτηση προτείνει την παράλληληεκτίμηση της ικανοποίησης των μελών της οικογένειας από τη λειτουργία της. Έναςτρόπος αξιολόγησης της ικανοποίησης είναι η συμπλήρωση δύο τύπων του«Ερωτηματολογίου Συναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας», ενός πουαξιολογεί το πώς αντιλαμβάνονται την πραγματική λειτουργία της οικογένειάς τουςκαι ενός που αξιολογεί το πώς θα θέλανε να λειτουργούσε η οικογένειά τους, τηνιδανική δηλαδή λειτουργία. Η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και ιδανική λειτουργία είναι ένας δείκτης της ικανοποίησης: Όσο πιο μεγάλη είναι η διαφοράτόσο πιο μικρή η ικανοποίηση.

Βιβλιογραφία

Olson, D. H. (1986). Circumplex Model VII. Validation studies and FACES III.
Family Process, 25, 337-351.

Olson, D. H. (1989). Circumplex Model VIII. Family assessment and internention. InD. Olson, C. H. Russel, & D. H. Sprenkle (Eds.), Circumplex model: Systemicassessment and treatment of families. NY: Haworth Press.

Olson, D. H. (1991). Commentary: Three dimensional (3-D) Cicumplex Model andrevised scoring of FACES III. Family Process, 30, 74-79.

Olson, D. H. (1993). Circumplex model of marital and family systems: Assessingfamily functioning. In F. Walsh (Ed.), Normal family processes. NY: Guilford Press.

Olson, D. H., Russel, C., & Sprenkle, D. (1983). Circumplex Model: Systemicassessment and treatment of families. NY: Haworth.