Θεφάνους 9, Πρέβεζα info@gkantona.gr     +30 26823 01351
Η διαλογική προσέγγιση στην οικογενειακή ψυχοθεραπεία

Σχολές Οικογενειακής Θεραπείας

Βιβλίο για το Διαλογικό Εαυτό

Σεμινάριο για γονείς

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ: ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ…

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ: ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ…

Τον Μάιο και Ιούνιο 2015 είχα την τύχη να συντονίσω ένα ακόμα σεμινάριο, που υλοποιήθηκε μέσα απ’ το Κέντρο Δια Βίου Μάθησης του ΙΝΕΔΙΒΙΜ. Διεξήχθη στον Ξενώνα ΕΣΤΙΑ, δομή του προγράμματος Ψυχαργώς στην Πρέβεζα. Το θέμα του σεμιναρίου αυτού ήταν η Διαχείριση του Χρόνου και πέρα από τη θεωρητική του πλευρά, προσπάθησα να συμβάλλω ώστε οι συμμετέχοντες να προσεγγίσουν την έννοια του χρόνου, αλλά και άλλες σημαντικές γι’ αυτούς έννοιες όπως η έννοια της αγάπης, με έναν πιο βιωματικό και δημιουργικό τρόπο.

Έτσι, τους προέτρεψα να κατασκευάσουμε ένα παραμύθι για το χρόνο, χρησιμοποιώντας τις σκέψεις του καθενός ώστε να προκύψει μια συλλογική αφήγηση, σαν ο καθένας να προσέφερε τις δικές του ψηφίδες ώστε να κάνουμε όλοι μαζί ένα θεματικό ψηφιδωτό. Είχαν λοιπόν, να σκεφτούν δύο λέξεις που τους έρχονται στο νου σε σχέση με την έννοια του «χρόνου» και να τις γράψουν σε ένα χαρτί. Στη συνέχεια, όποιος αισθανόταν έτοιμος μπορούσε να κάνει μια πρόταση με την πρώτη λέξη που θα μπορούσε να αποτελέσει την αρχή ενός παραμυθιού. Με τον ίδιο τρόπο το επόμενο άτομο συνέχισε το παραμύθι φτιάχνοντας μια πρόταση με τη δική του πρώτη λέξη. Αφού όλοι κάνανε μια πρόταση με την πρώτη λέξη ακολούθησε ένας δεύτερος γύρος με τη δεύτερη λέξη του καθενός. Μέσα από τη διεργασία αυτή προέκυψε «Το παραμύθι του χρόνου» που παρουσιάζεται στη συνέχεια.

Στο  επόμενο μάθημα – συνάντηση της ομάδας αυτής οι συμμετέχοντες  ζήτησαν να ξαναγράψουμε ένα παραμύθι ή μια ιστορία από κοινού με κάποιο άλλο θέμα. Ρωτώντας τι είναι αυτό που αυτόν τον καιρό θεωρούν σημαντικό στη ζωή τους οι πλειοψηφία μου απάντησε την αγάπη. Έτσι, προέκυψε και μια δεύτερη συλλογική αφήγηση για την αγάπη…

Αυτό που ενθουσίασε πιο πολύ τους συμμετέχοντες σε αυτή τη διεργασία ήταν ότι είχαν τη δυνατότητα να δουν πώς η ατομική τους αφήγηση συνυφαίνεται σε μια συλλογική και αυτό γινόταν μπροστά τους. Αυτό τους έδειξε πως μέσα από τη συνεργατική συ-λειτουργία τους αναδύονταν κάτι που αποτελούνταν από στοιχεία του καθενός (τις ατομικές τους προτάσεις), αλλά αυτό που προέκυπτε (το παραμύθι) ήταν ποιοτικά πολύ ανώτερο από μια απλή παράθεση των επιμέρους προτάσεων, καθώς είχε συνοχή και συνέχεια, απέκτησε δηλαδή μια δική του υπόσταση.

Η έκπληξή τους για τα θετικά αποτελέσματα και τις δυνατότητες που είχε η μεταξύ τους συνεργασία ξανάφερε στο προσκήνιο τη δύναμη των μεταξύ τους σχέσεων. Αυτό εκφράστηκε και μέσα απ’ τον αναστοχασμό της ομάδας με την ολοκλήρωση της άσκησης αυτής, που περιείχε φράσεις όπως «πόσα καλά πράγματα μπορούμε να κάνουμε όταν συνεργαζόμαστε», «η συνεργασία όμως θα πρέπει να χει κανόνες», «σε μια συζήτηση είναι σημαντικό να ακούμε τον άλλο και να πιάνουμε το νήμα από εκεί που το αφήνει ο άλλος κτλ». Το κλείσιμο και των δύο αυτών συναντήσεων συνοδεύτηκε από πολύ θετικά συναισθήματα των συμμετεχόντων, καθώς, όπως είπαν, ένιωσαν ότι ήρθαν πολύ κοντά στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας τους.

 

Πρέβεζα, Ιούνιος 2015

Γεωργία Γκαντώνα

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΟΓΟΝΕΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η μονογονεική οικογένεια και το καθημερινό ταξίδι της στη ζωή

Mονογονεϊκή θεωρείται η οικογένεια που αποτελείται από τον ένα γονέα και παιδιά κάτω των 18ετών, ανεξαρτήτως του εάν έχει μεσολαβήσει διαζύγιο, θάνατος ή επιλογή για την απόκτησή τους εκτός γάμου. Στην καθημερινότητά της έχει να διαχειριστεί πολλά θέματα, δυσκολίες και προκλήσεις. Το σεμινάριο αυτό απευθύνεται σε γονείς – μέλη μονογονεϊκών οικογενειών, που θέλουν να διαχειριστούν αυτές τις δυσκολίες με πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Ελάτε λοιπόν, να μιλήσουμε για τα θέματα που σας απασχολούν, μα περισσότερο για τρόπους διαχείρισης και αντιμετώπισης!

Ενδεικτικά μερικά από τα θέματα που θα αναπτυχθούν – συζητηθούν είναι:

Διαζύγιο: Πώς βιώνουν τα παιδιά το διαζύγιο και πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε να προσαρμοστούνε σε αυτό;

Οργάνωση νέας πραγματικότητας: Πώς θα οργανώσω τη ζωή μου από δω και πέρα; Πώς θα είναι η σχέση μου με τον άλλο γονιό από δω και πέρα;

Απώλεια: Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να διαχειριστεί τα συναισθήματα του πένθους;

Άγχος αποχωρισμού: Πώς αντιμετωπίζουμε το φόβο του παιδιού για άλλους αποχωρισμούς;

Η Δρ. Γεωργία Γκαντώνα διοργανώνεται μια δίωρη επιμορφωτική συνάντηση για γονείς τη Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016 στις 6.30μ.μ. στο ιδιωτικό της γραφείο επί της οδού Θεοφάνους 9 στην Πρέβεζα. Κόστος συμμετοχής 10 Ευρώ. Δηλώσεις συμμετοχής στα τηλ. 2682.301351, 6945.532554.

Αξιοποιώντας το βίωμα του θεραπευτή

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Το οικογενειακό σύστημα σε λειτουργικό επίπεδο διέπεται από τρεις βασικές διαστάσεις σύμφωνα με τον Olson και τους συνεργάτες του Russel και Sprenkle(1979, 1983, 1986, 1989): τη συνοχή της οικογένειας, την προσαρμοστικότητα στις αλλαγές που συμβαίνουν με το πέρασμα του χρόνου και την επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Το θεωρητικό μοντέλο που προτάθηκε βάσει αυτών των τριών διαστάσεων ονομάστηκε «συνδυαστικό μοντέλο» (circumplex model). Ωστόσο,στα πλαίσια αυτής της εργασίας θα ασχοληθούμε μόνο με τις διαστάσεις της συνοχήςκαι της προσαρμοστικότητας και όχι της επικοινωνίας, καθώς αυτή δεν είναι μια δομική διάσταση, αλλά λειτουργεί επικουρικά στις διαστάσεις της συνοχής και τηςπροσαρμοστικότητας.

Η συνοχή ορίζεται ως «το συναισθηματικό δέσιμο των μελών μιαςοικογένειας μεταξύ τους» (Olson, Russel & Sprenkle, 1983, σελ. 70). Πιο συγκεκριμένες έννοιες που αξιολογούν τη συνοχή είναι το συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ των μελών, τα όρια, οι συμμαχίες και η υποστήριξη μεταξύ των μελών, όπως για παράδειγμα οι συμβουλές για τη λήψη αποφάσεων, τα ενδιαφέροντα στον ελεύθερο χρόνο, οι προσωπικοί φίλοι του κάθε μέλους, ο προσωπικός χώρος, κ.α.
Η συνοχή είναι μια συνεχής διάσταση που στον ένα πόλο της υπάρχει η πολύχαμηλή συνοχή και στον αντίθετο πόλο η υπερβολική συνοχή. Κατά μήκος αυτούτου συνεχούς διαμορφώνονται τέσσερα επίπεδα συνοχής. Έτσι, οι οικογένειες με ταπιο χαμηλά επίπεδα συνοχής χαρακτηρίζονται ως συναισθηματικά αποδεσμευμένες(disengaged). Στις οικογένειες αυτές υπάρχει μεγάλος βαθμός αυτονομίας καιδιαφοροποίησης των μελών, με αποτέλεσμα τα μέλη της οικογένειας να είναισυναισθηματικά απομακρυσμένα μεταξύ τους, να μην υπάρχει οικειότητα και ναείναι μικρή η στήριξη που προσφέρει το ένα μέλος στο άλλο. Στο επόμενο επίπεδοσυνοχής κατατάσσονται οι συναισθηματικά διαφοροποιημένες (separated)οικογένειες, οι οποίες διακρίνονται από κάπως μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των μελώναπ’ ό,τι οι αποδεσμευμένες. Στις οικογένειες αυτές οι τάσεις διαφοροποίησης είναιπάλι μεγαλύτερες από τις συνεκτικές, καθώς οι δραστηριότητες κάθε μέλουςπροηγούνται από τις κοινές, όμως υπάρχει ομαδική δράση, όπως στήριξη του ενόςμέλους προς το άλλο, ομαδική λήψη αποφάσεων, κοινά ενδιαφέροντα. Στο επόμενοεπίπεδο υπάρχουν οι συναισθηματικά συνδεδεμένες (connected) οικογένειες, όπου1οι συνεκτικές τάσεις είναι πιο ισχυρές από τις τάσεις αποσύνδεσης. Σε αυτές τιςοικογένειες δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην οικειότητα μεταξύ των μελών, στηνέκφραση των συναισθημάτων, στις συλλογικές δραστηριότητες. Τα μέλη τηςοικογένειας είναι διαφοροποιημένα μεταξύ τους, καθώς έχουν ξεχωριστούς φίλουςκαι δραστηριότητες, όμως έχει μεγαλύτερη σημασία η οικογενειακή ενότητα. Στοτέταρτο επίπεδο συνοχής υπάρχουν οι συναισθηματικά αδιαφοροποίητες(enmeshed) οικογένειες, στις οποίες υπάρχει έντονη αλληλεξάρτηση μεταξύ τωνμελών και ανύπαρκτη αυτονομία και διαφοροποίηση. Στις οικογένειες αυτές τα όριαανάμεσα στα μέλη είναι ιδιαίτερα χαλαρά έως ανύπαρκτα και δεν υπάρχειπροσωπικός χώρος και προσωπική δραστηριοποίηση. Συνήθως, η ενέργεια τωνμελών εξαντλείται εντός οικογένειας.
Από τα τέσσερα αυτά επίπεδα συνοχής οι πιο λειτουργικές οικογένειες είναι οισυναισθηματικά διαφοροποιημένες και οι συναισθηματικά συνδεδεμένες οικογένειες.Στα ενδιάμεσα αυτά επίπεδα συνοχής οι οικογένειες μπορούν να εξασφαλίσουν ένασημαντικό βαθμό αυτονομίας στα μέλη τους, χωρίς ταυτόχρονα να απομονώνονταισυναισθηματικά. Αντίθετα, στις συναισθηματικά αποδεσμευμένες οικογένειες ταάτομα ακολουθούν το δικό τους δρόμο και νιώθουν μόνοι τους, καθώς δε δέχονταιστήριξη από τους δικούς τους ανθρώπους. Στο άλλο άκρο, οι συναισθηματικάαδιαφοροποίητες οικογένειες υπονομεύουν την εξατομίκευση των μελών τους καικάθε προσπάθεια για διαφοροποίηση θεωρείται ως προδοσία για την ενότητα τηςοικογένειας. Μοιάζει δηλαδή το οικογενειακό σύστημα να μην αντέχει τηδιαφοροποίηση των μελών και τη θεωρεί ιδιαίτερα απειλητική.
Η δεύτερη λειτουργική διάσταση είναι η προσαρμοστικότητα και ορίζεταιως «.. η ικανότητα του οικογενειακού συστήματος να αλλάζει τη δομή ισχύος του,τους ρόλους και τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις των μελών, ανάλογα μεστρεσσογόνα γεγονότα και αναπτυξιακές απαιτήσεις» (Olson, Russel & Sprenkle,1983, σελ. 70). Η προσαρμοστικότητα προσδιορίζει ουσιαστικά το βαθμό ευελιξίαςκαι ευκαμψίας της οικογένειας σε νέες συνθήκες και δεδομένα. Μια σειρά απόέννοιες της κοινωνιολογίας έχουν χρησιμοποιηθεί για να περιγραφούν και νααξιολογηθούν οι οικογένειες ως προς αυτή τη διάσταση. Αυτές οι έννοιες εκφράζουντην οικογενειακή ισχύ, όπως η πειθαρχία, ο έλεγχος, η διεκδικητικότητα, οι τρόποιδιαπραγμάτευσης, οι ρόλοι και οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις των μελών, κ.α.
Επίσης, σύμφωνα με τον Olson οι οικογένειες διακρίνονται σύμφωνα με τοβαθμό προσαρμοστικότητας που τις χαρακτηρίζει σε τέσσερα επίπεδα λειτουργίας.2Έχουμε λοιπόν τις άκαμπτες (rigid) οικογένειες, στις οποίες είναι πολύ δύσκολη ηπαραμικρή αλλαγή της δομής τους. Συνήθως, υπάρχει αυστηρή ιεραρχία ανάμεσα σταμέλη, ένας είναι ο αρχηγός της οικογένειας, ο οποίος είναι και πολύ ελεγκτικός προςτα υπόλοιπα μέλη. Οι ρόλοι και αρμοδιότητες των μελών δεν υπόκεινται σεδιαπραγμάτευση και οι κανόνες λειτουργίας της οικογένειας δεν αμφισβητούνται. Στοεπόμενο επίπεδο προσαρμοστικότητας βρίσκονται οι δομημένες (structured)οικογένειες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια σταθερή δομή, που όμωςμεταβάλλεται με το χρόνο. Οι κανόνες στις οικογένειες αυτές δεν αμφισβητούνταιεύκολα, αλλά με το πέρασμα του χρόνου αναπροσαρμόζονται. Παράλληλα, οι ρόλοιτων μελών είναι σαφώς καθορισμένοι και η ευθύνη για τις δουλειές του σπιτιού είναιμοιρασμένη. Οι σχέσεις είναι αρκετά δημοκρατικές και στις διαπραγματεύσεις καισυζητήσεις παίρνουν μέρος και τα παιδιά. Σε ένα τρίτο επίπεδο προσαρμοστικότηταςκατατάσσονται οι ευέλικτες (flexible) οικογένειες, στις οποίες οι κανόνες και οιρόλοι των μελών τροποποιούνται ανάλογα με τις αναπτυξιακές απαιτήσεις, υπάρχειδημοκρατία στη λήψη των αποφάσεων, η ιεραρχία είναι ευέλικτη και τα παιδιά έχουνάποψη για ό,τι τα αφορά. Τέλος, οι χαοτικές (chaotic) οικογένειες δεν έχουν σταθερήδομή, οι κανόνες λειτουργίας και οι ρόλοι των μελών είναι ασαφείς και υπάρχειπροχειρότητα και παρορμητικότητα στη λήψη των αποφάσεων. Παράλληλα, ηιεραρχία των μελών είναι ανύπαρκτη.
Από τα τέσσερα αυτά επίπεδα πιο λειτουργικές είναι οι ευέλικτες και οιδομημένες οικογένειες, καθώς μπορούν και εξισορροπούν τις τάσεις για αλλαγή καιδιατήρηση μιας σταθερής δομής. Στις οικογένειες αυτές ευνοείται ο διάλογος για ταθέματα της οικογένειας, η ιεραρχία εξασφαλίζει την ομαλή λειτουργία τηςοικογένειας, ισορροπούνται οι συλλογικές με τις ατομικές ανάγκες, οι ρόλοι είναιευέλικτοι, κ.α.
Σύμφωνα λοιπόν με το συνδυαστικό μοντέλο με το συνδυασμό των τεσσάρωνεπιπέδων κάθε μιας από τις δύο αυτές διαστάσεις προκύπτουν 16 διαφορετικοί τύποιοικογενειακών συστημάτων. Από αυτούς οι τέσσερις είναι οι πιο λειτουργικοί καιυγιείς: οι οικογένειες που είναι ευέλικτες και διαφοροποιημένες, οι ευέλικτες καισυνδεδεμένες, οι δομημένες και διαφοροποιημένες και οι δομημένες καισυνδεδεμένες. Από τους υπόλοιπους τύπους, οχτώ είναι ακραίοι στη μια διάστασηκαι μεσαίοι στην άλλη, δηλαδή οι οικογένειες που είναι άκαμπτες και συνδεδεμένες,οι άκαμπτες και διαφοροποιημένες, οι δομημένες και χαοτικές, οι δομημένες καιαποσυνδεμένες, οι ευέλικτες και χαοτικές, οι ευέλικτες και αδιαφοροποίητες, οι3χαοτικές και συνδεδεμένες και οι χαοτικές και διαφοροποιημένες. Οι υπόλοιποιτέσσερις τύποι οικογενειών είναι ακραίοι και στις δύο διαστάσεις: οι άκαμπτες καιαδιαφοροποίητες, οι χαοτικές και αδιαφοροποίητες, οι χαοτικές και αποσυνδεμένεςκαι οι άκαμπτες και αποσυνδεμένες.

 Η σχέση της συνοχής και της προσαρμοστικότητας με τη λειτουργικότητα τουοικογενειακού συστήματος

Αναφορικά στη σχέση των δύο αυτών διαστάσεων και της αποτελεσματικήςλειτουργίας του οικογενειακού συστήματος η αρχική υπόθεση που διαμορφώθηκεήταν ότι υπάρχει μια καμπυλόγραμμη σχέση. Συγκεκριμένα, η υπόθεση ήταν ως εξής:«Οι οικογένειες με ισορροπημένη συνοχή και προσαρμοστικότητα, που εμπίπτουνδηλαδή στα δύο κεντρικά επίπεδα, αναμένεται να λειτουργούν σε γενικές γραμμές πιοεπαρκώς κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους απ’ ό,τι αυτές που εμπίπτουν σταακραία επίπεδα των δύο διαστάσεων» (Olson, Russel & Sprenkle, 1983, σελ. 73).Ωστόσο, η υπόθεση αυτή δε βρέθηκε να έχει καθολική ισχύ. Για παράδειγμα, οιGreen et al. (1991) σε έρευνα τους με δείγμα 2.440 οικογένειες βρήκανε μόνο τηδιάσταση της συνοχής να σχετίζεται με τη λειτουργικότητα της οικογένειας και αυτήη σχέση ήταν γραμμική. Αντίθετα, η διάσταση της προσαρμοστικότητας δεσχετιζόταν καθόλου με τη λειτουργικότητα, προτείνοντας έτσι την περαιτέρωμεθοδολογική διερεύνηση της διάστασης αυτής. Οι ερευνητές αυτοί καταλήξανε στοότι υπάρχει πιθανότητα να ισχύει η καμπυλόγραμμη υπόθεση, όμως το«Ερωτηματολόγιο Συναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας» δε μπορείνα τη μετρήσει.
Παρόμοια ήταν και τα ευρήματα σε αντίστοιχη έρευνα του Olson (1989), στηνοποία φάνηκε ότι η καμπυλόγραμμη σχέση μεταξύ των δύο διαστάσεων και τηςλειτουργικότητας ισχύει για οικογένειες που εμφανίζουν ψυχοπαθολογία, όταν όμωςχρησιμοποιούνται άλλα ερωτηματολόγια που αξιολογούνε το συνδυαστικό μοντέλο,όπως η «Κλίμακα Κλινικής Βαθμολόγησης», ενώ η γραμμική σχέση ισχύει για πιοφυσιολογικές οικογένειες. Όταν χρησιμοποιείται το «ΕρωτηματολόγιοΣυναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας» είναι σαφής η γραμμική σχέση,με το μεγαλύτερο μέρος της διακύμανσης να εξηγείται από τη συνοχή.
Επίσης, η ισχύς της καμπυλόγραμμης σχέσης εξετάστηκε ανάλογα με τομέλος της οικογένειας που συμπληρώνει το ερωτηματολόγιο. Βρέθηκε ότι ηκαμπυλόγραμμη σχέση ισχύει, όταν οι έφηβοι αξιολογούν τις πατρικές τουςοικογένειες, αλλά όχι όταν μητέρες αξιολογούν τις οικογένειες που οι ίδιεςδημιούργησαν (Green, 1989). Φαίνεται δηλαδή ότι η υπερβολική εγγύτητα εκτιμάταιως επιθυμητή από τους γονείς αλλά όχι από τους εφήβους, οι οποίοι τηναντιλαμβάνονται ως περιοριστική και παρεμβατική στα πλαίσια της πορείαςεξατομίκευσής τους. Η Dundas (1994) σε έρευνα με Νορβηγούς εφήβους βρήκε μιακαμπυλόγραμμη σχέση των διαστάσεων του «Ερωτηματολογίου ΣυναισθηματικήςΣυνοχής και Προσαρμοστικότητας» με την ψυχική υγεία, όταν περιγράφανε τηνπατρική τους οικογένεια, όμως πιο σύνθετες αναλύσεις δείξανε ότι τελικά τοερωτηματολόγιο σχετίζεται γραμμικά με τη λειτουργικότητα της οικογένειας και στηνεκτίμηση της πατρικής οικογένειας.
Σε απάντηση αυτών των ερευνητικών αποτελεσμάτων ο Olson (1991)αναθεώρησε και επέκτεινε το μοντέλο του σε «τρισδιάστατο Συνδυαστικό Μοντέλο».Ο σκοπός αυτής της αναθεώρησης ήταν να ενσωματώσει την «αλλαγή δεύτερηςτάξης» στο μοντέλο του. Η «αλλαγή πρώτης τάξης» είναι μια ποσοτική αλλαγή καισυμβαίνει μέσα σε ένα συγκεκριμένο τύπο οικογενειακού συστήματος, ενώ η«αλλαγή δεύτερης τάξης» είναι η ικανότητα ενός τύπου οικογενειακού συστήματοςνα μεταβάλλεται σε έναν άλλο τύπο. Σύμφωνα και με τις παρατηρήσεις του Lee(1988) η αλλαγή πρώτης τάξης μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται καμπυλόγραμμα μετη λειτουργικότητα της οικογένειας, καθώς ούτε μια χαοτική οικογένεια που συνεχώςαλλάζει τους κανόνες, ούτε η άκαμπτη οικογένεια που ποτέ δεν αλλάζει τους κανόνεςτης μπορεί να θεωρηθεί λειτουργική, ενώ οι ενδιάμεσες καταστάσεις είναι πιοισορροπημένες. Αντίθετα, η αλλαγή δεύτερης τάξης σχετίζεται γραμμικά με τηλειτουργικότητα της οικογένειας. Αυτό σημαίνει ότι όσο πιο ανεπτυγμένη είναι ηικανότητα του οικογενειακού συστήματος να αλλάζει τη δομή του για ναπροσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις, το οποίο εκφράζει μια «αλλαγή δεύτερηςτάξης», τόσο πιο αποτελεσματική και υγιής είναι η αντίδραση της οικογένειας στιςεξελικτικές ή ψυχοπιεστικές απαιτήσεις του περιβάλλοντός της.
Επιπρόσθετα, ο Olson (1993) διατείνεται ότι η αλλαγή δεύτερης τάξηςεκφράζει τη θέση ότι τόσο οι τέσσερις λειτουργικοί τύποι οικογενειών όσο και οιακραίοι παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ τους. Το «Ερωτηματολόγιο Συναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας» λοιπόν, μετρά γραμμικά τις δύο αυτές διαστάσεις, καθώς έχει αποδειχτεί εμπειρικά πως οι υψηλές τιμέςαντιστοιχούν σε «Ισορροπημένους τύπους» και οι χαμηλές σε «Ακραίους τύπους».Συγκεκριμένα, η υψηλή βαθμολογία στη συνοχή χαρακτηρίζει τις πολύ συνδεδεμένεςοικογένειες και η υψηλή βαθμολογία στην προσαρμοστικότητα τις πολύ ευέλικτες οικογένειες. Έτσι, το τρισδιάστατο μοντέλο αποτελείται από τα τρία αυτά επίπεδα λειτουργικότητας: τους Ακραίους τύπους οικογενειών, τους Ενδιάμεσους και τους Iσορροπημένους.
Επίσης, αυτό που προκύπτει για τις φυσιολογικές οικογένειες είναι ότι υψηλάεπίπεδα συνοχής και προσαρμοστικότητας της οικογένειας σχετίζονται με τηνέλλειψη συμπτωμάτων και την ικανοποίηση των μελών της (Olson, 1986), δηλαδή μετην αποτελεσματική λειτουργικότητά της. Ανάλογα ήταν τα ευρήματα και σε έρευναμε δείγμα 1.000 αμερικάνικες οικογένειες σε όλες τα στάδια του κύκλου ζωής τηςοικογένειας (Olson et al., 1983). Έτσι, ο Olson (1993) διαμορφώνει την εξής υπόθεσηγια το αναθεωρημένο μοντέλο του: οι οικογένειες που ανήκουν στους«Ισορροπημένους τύπους» λειτουργούν πιο αποτελεσματικά από τους «Ακραίουςτύπους». Οι οικογένειες πρέπει να ισορροπούν ανάμεσα στις τάσεις για εγγύτητα καιδιαφοροποίηση και τις τάσεις για σταθερότητα και αλλαγή. Οι Ισορροπημένεςοικογένειες δεν παραμένουν σταθερές στις μεσαίες βαθμολογίες, αλλά μπορεί ναλειτουργούν ακραία σε κάποιες περιόδους, επανέρχονται όμως στο συνήθη μέσο όροτους. Αυτό σημαίνει ότι οι ακραίες συμπεριφορές μπορεί να είναι κατάλληλες, όταν ηοικογένεια αντιμετωπίζει ιδιαίτερες αναπτυξιακές απαιτήσεις ή στρεσσογόναγεγονότα, καθώς κάτω από τέτοιες συνθήκες τροποποιεί τα επίπεδα συνοχής καιπροσαρμοστικότητάς της. Αυτές οι τροποποιήσεις αποτελούν «αλλαγές δεύτερηςτάξης» δηλαδή αλλαγές στο ίδιο το σύστημα. Επίσης, οι ακραίοι τύποι μπορεί ναείναι λειτουργικοί, αν η οικογένεια ανήκει σε εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, τηστιγμή που οι οικογένειες αυτές λειτουργούν αποτελεσματικά στο βαθμό που τα μέλητης οικογένειας θεωρούν ότι αυτό είναι το φυσιολογικό, δηλαδή να λειτουργούν μεακραίους τρόπους.
Μια άλλη διάσταση που σχετίζεται με τη λειτουργικότητα της οικογένειας ωςπρος τη συνοχή και την προσαρμοστικότητα είναι οι προσδοκίες των μελών τηςοικογένειας για τα επίπεδα λειτουργίας αυτών των διαστάσεων. Σε πολλέςοικογένειες είτε αυτές ανήκουν σε εθνικές μειονότητες είτε όχι υπάρχουν προσδοκίεςπου δίνουν έμφαση στην έντονη οικογενειακή συνεκτικότητα. Αυτές οι οικογένειεςμπορεί να περιγράφονται ως ακραίες στη συνοχή και προσαρμοστικότητά τους, όμως6να λειτουργούν αποτελεσματικά τη στιγμή που τα μέλη προσδοκούν ότι έτσι θαπρέπει να λειτουργεί η οικογένειά τους. Αυτή η τοποθέτηση προτείνει την παράλληληεκτίμηση της ικανοποίησης των μελών της οικογένειας από τη λειτουργία της. Έναςτρόπος αξιολόγησης της ικανοποίησης είναι η συμπλήρωση δύο τύπων του«Ερωτηματολογίου Συναισθηματικής Συνοχής και Προσαρμοστικότητας», ενός πουαξιολογεί το πώς αντιλαμβάνονται την πραγματική λειτουργία της οικογένειάς τουςκαι ενός που αξιολογεί το πώς θα θέλανε να λειτουργούσε η οικογένειά τους, τηνιδανική δηλαδή λειτουργία. Η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και ιδανική λειτουργία είναι ένας δείκτης της ικανοποίησης: Όσο πιο μεγάλη είναι η διαφοράτόσο πιο μικρή η ικανοποίηση.

Βιβλιογραφία

Olson, D. H. (1986). Circumplex Model VII. Validation studies and FACES III.
Family Process, 25, 337-351.

Olson, D. H. (1989). Circumplex Model VIII. Family assessment and internention. InD. Olson, C. H. Russel, & D. H. Sprenkle (Eds.), Circumplex model: Systemicassessment and treatment of families. NY: Haworth Press.

Olson, D. H. (1991). Commentary: Three dimensional (3-D) Cicumplex Model andrevised scoring of FACES III. Family Process, 30, 74-79.

Olson, D. H. (1993). Circumplex model of marital and family systems: Assessingfamily functioning. In F. Walsh (Ed.), Normal family processes. NY: Guilford Press.

Olson, D. H., Russel, C., & Sprenkle, D. (1983). Circumplex Model: Systemicassessment and treatment of families. NY: Haworth.

ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗ ΣΧΕΣΗ

Με τη γέννηση μας και κατά την διάρκεια της παιδικής μας  ηλικίας η ανάγκη μας για ασφάλεια και σιγουριά είναι πολύ έντονη, και έτσι υπάρχει και μεγάλη εξάρτηση και προσκόλληση στην μητέρα μας αλλά και στην οικογένεια μας γενικότερα. Καθώς όμως μεγαλώνουμε, η ανάγκη αυτή μειώνεται και στη θέση της αρχίζει να αναπτύσσεται μια άλλη ανάγκη για νέα ερεθίσματα και πληροφορίες, η οποία θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια ανάγκη να γνωρίσουμε το διαφορετικό. Την ανάγκη αυτή θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε μέσα από την έννοια της αυτονομίας, τη δύναμη δηλαδή και τη θέλησή του ανθρώπου να πάρει τη ζωή στα χέρια του, να ακολουθήσει το δικό του δρόμο, να ρισκάρει, να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις και συνεπώς να μη δίνει λογαριασμό και να μη λαμβάνει υπόψη κανέναν. Είναι μια διεργασία ωρίμανσης που κρατά μια ζωή παρά μια κατάσταση σε κάποια φάση της ζωής μας.

Η ανάγκη μας για σιγουριά και ασφάλεια στην ενήλικη ζωή εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από την ανάγκη για συντροφικότητα. Ως συντροφικότητα ορίζεται η διάθεση για επαφή, για σχέση με ένα οικείο ή γνώριμο άτομο. Είναι διαφορετική από την εξάρτηση, κατά την οποία έχεις ανάγκη από βοήθεια και από την κοινωνικότητα που είναι η ανάγκη για παρέα. Στη συντροφικότητα υπάρχει προτίμηση για ένα συγκεκριμένο άτομο με το οποίο έχει εξοικειωθεί κάποιος. Αυτή η προτίμηση ξεπερνά τη σεξουαλικότητα και είναι αμοιβαία. Συνδέεται επίσης, με την εγγύτητα, το πλησίασμα, συναισθηματική επαφή, το αίσθημα ότι ανήκω κάπου, ότι μοιράζομαι πράγματα με ένα δικό μου άτομο.

Πώς όμως, μπορεί να καλλιεργήσει κανείς την αυτονομία στην  πράξη;    Η Β. Ιωαννίδου στο βιβλίο της «Η τέχνη της συντροφικής ζωής» παραθέτει κάποιες σημαντικές ιδέες – τρόπους:

Παράλληλα, είναι σημαντικό το ζευγάρι να καλλιεργεί και τη μεταξύ του οικειότητα:

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να του δείχνουμε ότι είμαστε μαζί του γιατί εκείνον/η προτιμάμε. Για να το κάνουμε αυτό μπορούμε να ανατρέξουμε σε αυτό που μας έφερε στην αρχή κοντά του/της, στα πράγματα που μας γοήτευσαν τότε.

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ

Οι πεποιθήσεις των ανθρώπων για το φύλο είναι βαθιά εμπεδωμένες στοοικοδόμημα της εκάστοτε κοινωνίας και επομένως επηρεάζουν έντονα τον τρόπο μετον οποίο οι άνδρες και οι γυναίκες βλέπουν τον εαυτό τους καθ’ όλη τη διάρκεια τηςψυχολογικής και κοινωνικής τους ανάπτυξης. Ο ανδρισμός και η θηλυκότητα είναιέννοιες που σαφώς έχουν μια βιολογική υπόσταση. Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοήσεικανείς τα χαρακτηριστικά που ορίζει η κοινωνία και ο πολιτισμός ως ανδρικά καιγυναικεία.
Τα τελευταία χρόνια, η διάκριση ανάμεσα στο ρόλο του φύλου και τοσεξουαλικό ρόλο διερευνήθηκε διεξοδικά. Ως σεξουαλικοί ρόλοι περιγράφονται οισυγκεκριμένες συμπεριφορές που αφορούν τη βιολογική κατασκευή του ατόμου απότη γέννησή του. Οι διαφορές στη λειτουργία της αναπαραγωγής αποτελούν τοθεμελιώδες και πλέον συνηθισμένο στοιχείο περιγραφής της συμπεριφοράς τωνσεξουαλικών ρόλων. Οι ρόλοι του φύλου απ’ την άλλη πλευρά, δεν αποτελούνβιολογικές αλλά κοινωνικές κατασκευές που δημιουργούν πανίσχυρες προσδοκίες, οιοποίες στοχεύουν να προσδιορίσουν τη συμπεριφορά που θα είναι κοινωνικάαποδεκτή για τα δύο φύλα. Έτσι, οι ρόλοι των φύλων διαμορφώνουν χαρακτηριστικάπροσωπικότητας στους άνδρες και τις γυναίκες, ανάλογα με τις προσδοκίες τηςκοινωνίας και του πολιτισμού όπου το άτομο κοινωνικοποιείται. Παράλλήλα, δηλαδήτο πλαίσιο αποκτά σημαντική αξία για την κατανόηση της συμπεριφοράς τωνανθρώπων.
Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό να αναλογιστεί κανείς πώς διαμορφώνεται ηταυτότητα του φύλου. Είναι γνωστό ότι δεν υπάρχουν γραπτές οδηγίες που ναυπαγορεύουν το πώς πρέπει να φερόμαστε ως άνδρες ή ως γυναίκες. Οι κώδικεςσυμπεριφοράς που ορίζουν πώς να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε και να ενεργούμεως μέλη ενός φύλου μάς μεταβιβάζονται σε πολύ πρώιμη ηλικία από πάρα πολλέςπηγές και με ανεπαίσθητους τρόπους. Η διαδικασία αυτή ξεκινά σχεδόν από τηβρεφική ηλικία του ατόμου μέσω της επαφής με τα πρόσωπα που έχουν αναλάβει τηβασική φροντίδα του, τους σημαντικούς άλλους, καθώς και άλλα πρόσωπα που,έμμεσα ή ασυνείδητα, επηρεάζουν την κοινωνικοποίησή του.
Η Chodorow (1978) ισχυρίζεται ότι η ανάπτυξη της ταυτότητας φύλου, τόσογια τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη σχέση με τημητέρα τους, καθώς αυτή συνήθως έχει την κύρια ευθύνη για τη φροντίδα τους κατάτη βρεφική ηλικία. Μελετώντας λοιπόν τη σχέση του βρέφους με τη μητέρα,εστιάστηκε στις διαφορές που δείχνουν ότι η φύση της προσκόλλησης με τα αγόριαείναι διαφορετική από εκείνη με τα κορίτσια. Φαίνεται δηλαδή ότι το φύλο επηρεάζειτα αγόρια και τα κορίτσια πριν από οποιαδήποτε άλλη εμπειρία κοινωνικοποίησηςκαι τίθεται ένα θέμα ανάπτυξης του ρόλου του φύλου ακόμα και μέσα από τηβρεφική κούνια.
Αλλά και κατά την παιδική ηλικία πολλές μελέτες κοινωνικών ψυχολόγωνέχουν δείξει πόσο ευαίσθητα είναι τα παιδιά στις διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα.Φαίνεται ότι από την ηλικία των τριών και τεσσάρων ετών τα παιδιά γνωρίζουν τισυγκροτεί την αρσενική και τι τη γυναικεία συμπεριφορά.
Ακόλουθα, περιγράφονται μερικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού ρόλου τωνανδρών και των γυναικών, καθώς και ορισμένοι από τους πιο βασικούς ρόλους πουαναλαμβάνουν τα άτομα.

Χαρακτηριστικά του κοινωνικού ρόλου του άνδρα

Πολλοί άνδρες πιστεύουν ότι το στοιχείο που χαρακτηρίζει περισσότερο απόοτιδήποτε άλλο τον ανδρισμό είναι η δύναμη. Υπάρχουν πολλοί τρόποι επίδειξηςδύναμης, όπως η αυτάρκεια, ή το άτρωτο, να μη δείχνεις δηλαδή σωματική ήσυναισθηματική αδυναμία.
Στην προσπάθεια τους λοιπόν να μη φανούν αδύναμοι οι άνδρες συχνάκρύβουν τα αισθήματά τους ειδικά εκείνα που υποδηλώνουν αδυναμία, όπως ο φόβοςκαι η θλίψη. Μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι πρέπει να επιμένουν σε αυτό που κάνουνανεξάρτητα από τα συναισθήματά τους. Το μήνυμα είναι “μη παρασύρεσαι από τασυναισθήματά σου”. Μοιάζει να είναι πιο εύκολο να απωθεί κανείς τα συναισθήματάτου παρά να απελευθερώνει μέρος αυτών ελπίζοντας ότι δε θα παρασυρθεί στηνπορεία (Meth & Pasick, 2000).
Για να παραμείνουν οι άνδρες άτρωτοι, δεν αρκεί να υπερβούν τασυναισθήματά τους πρέπει επίσης να μην επιτρέπουν τον εαυτό τους να εκφράζειανάγκες. Υπάρχει η άποψη ότι όποιος έχει ανάγκες είναι ευάλωτος. Όμως, όπως καιμε τα συναισθήματα, αυτό που ισχύει δεν είναι ότι οι άνδρες δεν έχουν ανάγκες, αλλάη έκφραση των αναγκών έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που πιστεύουν ότι πρέπεινα έχουν (Meth & Pasick, 2000).
Ένα άλλο στερεότυπο του ανδρικού ρόλου είναι η αναζήτηση της επιτυχίαςκαι της νίκης. Οι άνδρες πρέπει να είναι ανταγωνιστικοί και οι καλύτεροι σε ό,τικάνουν. Η υλική επιτυχία είναι το μέτρο της ανδροπρέπειας. Συχνά δεν είναι τοπαιχνίδι και η προσπάθεια που μετρά, αλλά μόνο η νίκη. Χωρίς τη νίκη το παιχνίδιείναι άχρηστο (Αντωνοπούλου, 1999).
Περά όμως από αυτά, το στοιχείο που ο παραδοσιακός πολιτισμός έχει δώσειτη μεγαλύτερη σημασία κατά την ανάπτυξη των ανδρών είναι ο εξοστρακισμόςοποιουδήποτε θηλυκού στοιχείου. Από μικρή ηλικία τα νεαρά αγόρια προσπαθούν ναδείξουν ότι ο ανδρισμός τους δεν είναι μολυσμένος από θηλυκά στοιχεία. Η πρώτη,ίσως, εκδήλωση αυτής της αντι-θηλυκότητας μπορεί να ανιχνευθεί στη σχέσημητέρας- γιού. Η πολύ κοντινή σχέση με τη μητέρα, “το παιδί της μαμάς”εκλαμβάνεται ως απειλή του ανδρισμού. Τα αγόρια πρέπει να ενεργούν αυτόνομα, νααρνούνται την ανάγκη τους για στοργή και να αποφεύγουν τη συναισθηματικήεγγύτητα (Meth & Pasick, 2000).

Σύζυγος – σύντροφος: Ανάμεσα στο ρόλο του προμηθευτή και αυτού πουπροσπαθεί να μοιραστεί 

Πολλά προβλήματα των διαφυλικών σχέσεων οφείλονται σε μεγάλο βαθμόστην αδυναμία του άνδρα και της γυναίκας να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο, καθώςκαι τον εαυτό τους σε σχέση με το άλλο φύλο. Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκεςυιοθετούν ισχυρότατες στάσεις και διακατέχονται από προσδοκίες που τους κάνουννα αντιδρούν προς το άλλο φύλο διαφορετικά απ’ ό,τι αντιδρούν προς το δικό τους.Όταν φωτιστούν οι στάσεις και οι προσδοκίες αυτές τότε μπορεί κανείς νακατανοήσει ευκολότερα τη δυναμική που επικρατεί στις σχέσεις ανδρών –γυναικών.
Τα παραμύθια, με τα οποία έχουν μεγαλώσει πολλές γενιές παιδιών, είναι έναχώρος πλούσιος σε στάσεις και στερεότυπα για τα δύο φύλα. Παράλληλα, οιπαραδοσιακοί ρόλοι των φύλων διαγράφονται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα. Σε μερικάαπ’ τα πιο γνωστά παραμύθια όπως η “Σταχτοπούτα”, η “Χιονάτη” και η “ΩραίαΚοιμωμένη” περιγράφεται η μεταμόρφωση μιας ωραίας κόρης με τη βοήθεια ενόςπρίγκιπα. Μια καλύτερη ζωή θα ξημερώσει γι’ αυτές τις γυναίκες, αρκεί να δείξουνκαρτερία, υπομονή και καλοσύνη, πρόκειται δηλαδή για μια παθητική εξέλιξη.Υπάρχει όμως και ο ιππότης που εκφράζει τον καθαρά ενεργητικό ρόλο στη διάσωση.Ο άνδρας έχει την ευθύνη να φέρει την ευτυχία με τη γενναιότητά του. Είναιαδύνατον για τον άνδρα να εξαρτά τη σωτηρία του από μια γυναίκα που περιμένειστα παρασκήνια. Το ιδανικό κάθε άνδρα, αμέσως μόλις νιώσει ικανός να σφίξει τηγροθιά του και να χτυπήσει τους κακούς, είναι να γίνει υπερασπιστής των αδυνάτων.
Ο ρόλος αυτός του “ήρωα” μετουσιώνεται στα πλαίσια της οικογένειας στορόλο του “προστάτη”. Ο Scarf (1987) αναφέρει ότι υπάρχει ένας καθιερωμένος τύποςασυνείδητου συμβολαίου στο γάμο, που τοποθετεί τον ένα σύζυγο στο ρόλο τουευαίσθητου (συνήθως τη σύζυγο), και τον άλλο στο ρόλο αυτού που φροντίζει(συνήθως το σύζυγο) το αδύναμο μέλος. Μια διαφορετική εκδοχή έχουμε όταν ησύζυγος χρησιμοποιεί το γάμο ως μέσο για να αφήσει την οικογένεια από την οποίακατάγεται. Σε αυτό το παράδειγμα ο σύζυγος μπαίνει στη θέση του γονέα,παρέχοντας το σπίτι και την ασφάλεια, ακόμη και αν και ο ίδιος αφήνει για πρώτηφορά την οικογένεια καταγωγής του. Ίσως αυτές οι εξαρτητικές ρυθμίσεις να μηνείναι τόσο συχνές στη σύγχρονη γενιά των γυναικών που είναι προσανατολισμένεςστην επαγγελματική σταδιοδρομία. Όμως η συναισθηματική εξάρτηση των δύοφύλων συνεχίζεται και εκδηλώνεται τόσο προς τη μία όσο και προς την άλληκατεύθυνση.
Βέβαια, η διαμόρφωση των ρόλων μεσ’ το ζευγάρι σχετίζεται σε μεγάλοβαθμό με τον καταμερισμό της εργασίας, των ευθυνών και την ικανοποίηση τωναναγκών της οικογένειας. Με την είσοδο της γυναίκας στο χώρο εργασίας οπαραδοσιακός καταμερισμός της εργασίας έχει αλλάξει. Οι σημερινοί άνδρες είναιπαγιδευμένοι ανάμεσα στο νέο και στο παλιό, ανάμεσα στο ρόλο του προμηθευτή καιαυτού που προσπαθεί να μοιραστεί (Bell, 1982). Οι παλιές αξίες που διδάχτηκαν απότους πατέρες τους και οι νέες που εισήγαγαν οι γυναίκες τους αλλά και οικοινωνικο-οικονομικές αλλαγές της οικογενειακής ζωής συχνά δεν εναρμονίζονταιμεταξύ τους. Έτσι, αν οι άνδρες γίνουν όπως οι γυναίκες λένε ότι τους θέλουν,έρχονται σε σύγκρουση με το είδος του άνδρα που τους δίδαξαν να είναι οι πατέρες τους.
Η μεγάλη σημασία που συνεχίζει να κατέχει ο ρόλος του προμηθευτή στηνεικόνα που έχουν οι άνδρες για τον εαυτό τους, σε συνδυασμό με τη νέα τάξηπροσδοκιών για υποστήριξη και συμμετοχή, κάνει πολλούς άνδρες να νιώθουν στοσπίτι την ίδια ένταση με αυτή που νιώθουν στον εργασιακό χώρο. Συχνά πιστεύουνότι δε μπορούν να κάνουν αρκετά για να κερδίσουν τη σύζυγό τους. Επιμένουν ναζητούν από τη γυναίκα να τους περιβάλλει με το θαυμασμό που θα τονώσει τονανδρισμό τους. Ανίκανοι να εξασφαλίσουν τη γυναικεία αναγνώριση, πολλοί σύζυγοισυχνά αναρωτιούνται αν θα μπορέσουν ποτέ να ευχαριστήσουν τις συζύγους τους καινα πετύχουν στο ρόλο τους.

  Ο ρόλος του πατέρα

Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη τα δύο σημαντικότερα χαρακτηριστικάτου πατρικού ρόλου είναι ότι α) ο πατέρας φροντίζει για την οικονομική ασφάλειατης οικογένειας είναι δηλαδή κάτι σαν οικονομικός χορηγός, και β)εφαρμόζει τηνπειθαρχία και τάξη στην οικογένεια. Παραδοσιακά, η φροντίδα του παιδιού είναιδουλειά της μητέρας.
Στα πλαίσια αυτού του παραδοσιακού ορισμού του ρόλου τους οι πατέρεςσυμμετείχαν πολύ λιγότερο από τις μητέρες στην καθημερινή φροντίδα των παιδιώντους (Pleck, 1979). Και όταν συμμετείχαν, το έκαναν μέσα από την επιβολή τηςπειθαρχίας. Αυτός ο ρόλος ταιριάζει με το ανδρικό στερεότυπο που επιβάλλει στουςάνδρες να είναι δυνατοί, σκληροί και επιθετικοί στις σχέσεις τους με άλλουςανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και των παιδιών τους. Μέσα σε μια τέτοιασχεσιακή δομή, τα παιδιά βίωναν τους πατέρες τους κυρίως ως τιμωρούς καιελάχιστα ως κάποιους που προσφέρουν στοργή (Meth & Pasick, 2000).
Ο πατέρας χορηγός τείνει να προσφέρει αγαθά στο σπίτι και στην οικογένεια,παρά να ζει και να εργάζεται μαζί της. Σε παλιότερες δεκαετίες, οι πατεράδες για ναεξασφαλίσουν τη λειτουργικότητά τους εντός του σπιτιού υιοθετούσαν και άλλουςρόλους. Κυρίαρχος ήταν εκείνος του “αυστηρού ηθικού επόπτη και τιμωρού” τωνπαιδιών που ενισχύονταν κάλλιστα από φράσεις της μητέρας όπως “Ας έρθει οπατέρας σου και όλα θα του τα πω ” (Pittman, 1998).
Οι παράγοντες που εμποδίζουν τους πατέρες να συμμετάσχουν ενεργά στηνανατροφή των παιδιών τους είναι τόσο ατομικοί όσο και διαπροσωπικοί. Σε ατομικόεπίπεδο, ένας βασικός ανασταλτικός παράγοντας είναι το άγχος τους που πηγάζει απ’την παραδοσιακή εκπαίδευση στον ανδρικό ρόλο. Από νεαρή ηλικία οι άνδρεςμαθαίνουν να φοβούνται οτιδήποτε θηλυκό πάνω τους. Μαθαίνουν επίσης ναβλέπουν την ανατροφή των παιδιών ως γυναικεία δραστηριότητα. Φροντίζονταςλοιπόν τα παιδιά τους, μπορεί να νιώσουν ότι δε συμπεριφέρονται ως άνδρες.
Σε διαπροσωπικό επίπεδο, η συμμετοχή των πατέρων στην ανατροφή τωνπαιδιών μπορεί να αναστέλλεται από την αμφιθυμική στάση της μητέρα. Από τη μιαπλευρά, πολλές γυναίκες θέλουν οι σύζυγοι τους να συμμετέχουν περισσότερο στηνανατροφή των παιδιών, ώστε να ανακουφίζονται από το βάρος του ρόλου τους και ταπαιδιά να έχουν καλύτερη σχέση με τον πατέρα. Από την άλλη όμως, το να αφήσουντο ρόλο του «κυρίαρχου γονέα» συχνά δημιουργεί άγχος και ενοχές. Τα αισθήματααυτά της μητέρας μπορεί να την κάνουν επικριτική προς τον σύζυγό της, να τοναποκλείουν και να υποβιβάζουν τις προσπάθειές του για μεγαλύτερη συμμετοχή.
Περά όμως απ’ τους ανασταλτικούς αυτούς παράγοντες, πολλοί σύγχρονοιάνδρες υιοθετούν ένα νέο πατρικό ρόλο και καταφέρνουν να εμπλακούν ουσιαστικάστη φροντίδα των παιδιών τους. Για παράδειγμα, παραδοσιακά σε μια οικογένεια μεπαιδιά στη βρεφική ηλικία ο κύριος ρόλος του πατέρα ήταν να στηρίζει οικονομικάκαι συναισθηματικά τη μητέρα για να μπορέσει εκείνη να δημιουργήσει ένα στενό,συμβιωτικό δεσμό με το βρέφος. Καθώς το βρέφος ωριμάζει, ο πατέρας αναλαμβάνειένα πρόσθετο ρόλο, αυτόν του “δεύτερου προσώπου” που βοηθά σταδιακά το παιδίνα αποχωριστεί από τη μητέρα του και να εξατομικευτεί (Mahler, Pine & Bergman,1975). Ωστόσο, σε μη παραδοσιακές οικογένειες συχνά αναπτύσσεται μιαδιαφορετική δυναμική των σχέσεων και ο πατέρας συμμετέχει σε μεγάλο βαθμό στηνανατροφή των παιδιών. Δημιουργείται δηλαδή μια “διπλή συμβιωτική σχέση” μευψηλό βαθμό προσκόλλησης του βρέφους τόσο στη μητέρα όσο και στον πατέρα(Abelin,1975).

Ανδρικές και γυναικείες φιλίες

Η σημασία και το περιεχόμενο της ανδρικής φιλίας διαφέρει σημαντικά απόεκείνα της γυναικείας φιλίας: οι άνδρες προτιμούν τις δραστηριότητες από τιςσυζητήσεις κα οι συζητήσεις τους είναι πολύ λιγότερο εγκάρδιες από εκείνες τωνγυναικών. Μοιάζει δηλαδή να επιδιώκουν οι άνδρες περισσότερο τη συντροφικότηταπαρά την οικειότητα. Η οικειότητα ίσως υποδηλώνει την ύπαρξη ενός ευάλωτουστοιχείου που δε συνδέεται τόσο με τον ανδρισμό (Meth & Pasick, 2000).
Η Mitchel (1986), μελετώντας τις φιλίες 50 ενήλικων ανδρών και γυναικών,ζήτησε να της μιλήσουν για την πιο σημαντική φιλία τους με άτομο του ίδιου φίλου.Διαπίστωσε λοιπόν ότι η πιο συνηθισμένη σχέση μεταξύ ανδρών είναι μια σχέση“ανταγωνισμού -αποδοχής”, στα πλαίσια της οποίας οι φίλοι στο χρόνο που περνούνμαζί απολαμβάνουν τόσο τις συζητήσεις όσο και τις δραστηριότητές τους. Παρόλοπου ο ανταγωνισμός είναι ένα μόνιμο στοιχείο αυτού του τύπου των σχέσεων, οιπερισσότεροι απ’ τους άνδρες που συμμετείχαν στην έρευνα το θεώρησαν σημαντικό.Γενικά, το να είναι κανείς ανταγωνιστικός δεν εμποδίζει τους άνδρες να είναιταυτόχρονα και εγκάρδιοι με τους φίλους τους.
Επίσης, οι άνδρες εμφανίζονται περισσότερο ικανοποιημένοι με τις σχέσειςτους απ’ ό,τι οι γυναίκες, των οποίων οι σχέσεις διακρίνονται σε δύο είδη:εκδηλωτικές-ενισχυτικές ή κτητικές-αμφιθυμικές. Και τα δύο αυτά είδη σχέσεωνπεριγράφονται ως περισσότερο ανοιχτά από τις σχέσεις των ανδρών, αλλάπρόσφεραν περισσότερη ικανοποίηση.
Μπορεί ωστόσο οι άνδρες στις διάφορες δραστηριότητες τους, όπως τοποδόσφαιρο, να μην εκφράζουν οικειότητα έτσι όπως συνήθως αντιλαμβανόμαστεαυτή την έννοια, αλλά παρ’ όλα αυτά οι ανταγωνιστικές δραστηριότητες συμβάλλουνπάρα πολύ στο να περνούν καλά. Προσφέρουν στους άνδρες συντροφικότητα,ευχαρίστηση, μια αίσθηση ολοκλήρωσης και επιβεβαίωσης του ανδρισμού τους.Μπορεί όσο ασχολούνται με αυτές τις δραστηριότητες να μη μοιράζονταισυναισθήματα, απολαμβάνουν όμως ο ένας τη συντροφιά του άλλου.
Παρ’ όλα αυτά πολλοί είναι οι άνδρες που θεωρούν ανεπαρκές αυτό το είδοςτης φιλίας και επιθυμούν μεγαλύτερη εγγύτητα με τους φίλους. Το πιο συνηθισμένοεμπόδιο που συναντούν προς αυτή την κατεύθυνση είναι η στενή αντίληψη τηςέννοιας του ανδρισμού που έχουν υιοθετήσει πολλοί άνδρες στη ζωή τους. Καθώς ηπαραδοσιακή έννοια του ανδρισμού δίνει έμφαση στην αυτονομία, τον ανταγωνισμό,την παντοδυναμία, τα στοιχεία αυτά έρχονται σε αντίθεση με την ανάγκη γιαουσιαστικές σχέσεις. Ο ανταγωνισμός αποτρέπει την ανάπτυξη ικανοποιητικώνσχέσεων, επειδή είναι δύσκολο να περνάς από την υποστηρικτικότητα στην αντιζηλίακαι τανάπαλιν. Το πρότυπο της αυτονομίας επίσης κάνει τους άνδρες να νιώθουναδύναμοι όταν πρέπει να στηριχθούν σε κάποιο άλλο (Meth & Pasick, 2000).
Ο παραδοσιακός κοινωνικός ρόλος της γυναίκας

Οι κατεξοχήν παραδοσιακές συνήθειες για γυναίκες ήταν πάντα η υποχρέωση γάμου και η υποχρέωση της μητρότητας. Αυτές οι υποχρεώσεις συνήθως μεταφράζονται στον παραδοσιακό γυναικείο ρόλο της συζύγου και μητέρας. Οι παραδοσιακοί γονείς μεγαλώνουν και ανατρέφουν τις κόρες τους, από τη γέννηση τους σχεδόν, για να υπηρετήσουν αυτούς τους ρόλους. Στα κορίτσια δίνουν κούκλες για να παίξουν, ώστε να προετοιμαστούν για το μελλοντικό ρόλο της μητρότητας, και παιχνίδια με εξοπλισμό κουζίνας για να προετοιμαστούν για το ρόλο της συντρόφου.Οι συζητήσεις για το μέλλον ενός κοριτσιού παραδοσιακά επικεντρώνονται γύρω από το γάμο και την τεκνοποίηση. Αντίθετα, οι παραδοσιακοί ανδρικοί ρόλοι, ενώ επιτρέπουν γάμο και πατρότητα, ενθαρρύνουν μια πολύ πιο ευρεία ζωή(Αντωνοπούλου, 1999).
Οι στόχοι που τίθενται δηλαδή στη ζωή μιας γυναίκας έχουν να κάνουν με τη σύνδεση με άλλους ανθρώπους. Μαθαίνουν πιο πολύ οι γυναίκες μεγαλώνοντας να προσδιορίζουν τον εαυτό τους σε σχέση με τους σημαντικούς άλλους ανθρώπους της ζωής τους. Έτσι, οι γυναίκες επιθυμούν να διατηρούν σχέσεις με τους άλλους και να αναπτύσσονται μέσα από όρους σύνδεσης. Αντίθετα, οι άνδρες αναπτύσσονται πιοπολύ μέσα από όρους αυτονομίας παρά σύνδεσης. Οι έννοιες της δύναμης, της υπεροχής και της αυτονομίας στοχεύουν στην ενδυνάμωση του εαυτού και την ανεξαρτησία από τους άλλους.
Παραδοσιακά, ο ακρογωνιαίος λίθος της γυναικείας ταυτότητας είναι η έννοια της φροντίδας. Ο βασικός ρόλος της γυναίκας στο παρελθόν ήταν η παροχή της φροντίδας στα μέλη της οικογένειάς της. Όσο πιο ολοκληρωμένη ήταν η φροντίδα και όσο πιο πολύ η γυναίκα έβαζε τις δικές της ανάγκες σε δεύτερη μοίρα, τόσο πιο πετυχημένη ήταν στο ρόλο της. Η Gilligan (1993) ισχυρίζεται ότι τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν τη γυναικεία καλοσύνη είναι η φροντίδα, η ευαισθησία των γυναικών στις ανάγκες των άλλων και η αυτοθυσία.
Βέβαια, τα πράγματα έχουν αλλάξει ραγδαία για τις γυναίκες τις τελευταίες δεκαετίες και οι κοινωνικές προσδοκίες τώρα για εκείνες προέρχονται από ένα ευρύτερο και πιο ευέλικτο ρεπερτόριο επιλογών. Αυτό σημαίνει ότι ο ρόλος της συζύγου και μητέρας δεν αποτελούν τους μόνους πια κοινωνικά αποδεκτούς ρόλους για τις γυναίκες. Αντίθετα, υπάρχει ένα περιθώριο επιλογών και οι γυναίκες είναι πιο ελεύθερες να επιλέξουν τους ρόλους της ζωής τους. Ωστόσο, η δυνατότητα για επιλογή και νέων κοινωνικών ρόλων, όπως της επαγγελματία, του πολιτικού προσώπου, του ενεργού πολίτη, επαναπροσδιόρισε και τους υπάρχοντες κοινωνικούς ρόλους της συζύγου διαμορφώνοντας μια νέα πραγματικότητα στο εσωτερικό τηςοικογένειας.

Μητέρα: Η αποδόμηση του ρόλου του οσιομάρτυρα

Σύμφωνα με την Chodorow (1978) η μητρότητα είναι μια έννοια που, πέρα από τη βιολογική της υπόσταση, χαρακτηρίζεται από μια στενή συναισθηματική σχέση φροντίδας και ευθύνης προς το παιδί. Συχνά η φροντίδα του παιδιού αποτελεί για τη μητέρα το ύψιστο καθήκον της στη ζωή και έτσι επωμίζεται όλη την ευθύνη της ανατροφής του παιδιού. Αυτό σημαίνει ότι απομονώνεται από τους υπόλοιπους συγγενείς, έχει λιγότερες κοινωνικές επαφές και δέχεται μικρή βοήθεια κατά τη διάρκεια της μητρότητας. Η αποκλειστική αυτή ευθύνη λειτουργεί λοιπόν συχνά εις βάρος των άλλων ρόλων της γυναίκας, καθώς απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς της. Επίσης, παρ’ όλο που οι γυναίκες σήμερα συμμετέχουν στη μισθωτή εργασία, αυτό δεν έχει αλλάξει την αποκλειστικότητα αυτής της ευθύνης σε σημαντικό βαθμό με αποτέλεσμα συχνά οι γυναίκες να φτάνουν στα όρια της εξάντλησης προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν σε πολλούς κοινωνικούς ρόλους ταυτόχρονα.
Στοιχεία για την εικόνα της γυναικείας ταυτότητας στην Ελλάδα κατά τον προηγούμενο αιώνα δίνονται από την έρευνα της Ιγγλέση (1997). Η Ιγγλέση χρησιμοποιώντας τη βιογραφική μέθοδο ζήτησε από 25 γυναίκες ηλικίας 30 με 50 χρονών να διηγηθούν κάτι από τα παιδικά τους χρόνια. Οι γυναίκες αυτές γεννήθηκαν από τη δεκαετία του 1930 ως τη δεκαετία του 1950. Φάνηκε λοιπόν, μέσα από τις«αφηγήσεις ζωής», ότι στον Ελληνικό χώρο τα πρότυπα και η ανατροφή των γυναικών δεν έχουν αλλάξει ουσιαστικά την περίοδο που οριοθετείται πριν τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο ως τριάντα χρόνια μετά.
Μέσα από τις αφηγήσεις των γυναικών της έρευνας για την πατρική τους οικογένεια σκιαγραφείται το πρόσωπο της ελληνίδας μητέρας στα μέσα του 20ου αιώνα. Η εικόνα φαίνεται να διαμορφώνεται από μια αντίθεση: την εικόνα της δυνατής μάνας και αδύνατης γυναίκας μαζί. Η μητέρα εμφανίζεται ως μια σχιζοειδής ύπαρξη. Ο ένας πόλος του ρόλου της επικεντρώνεται στη δύναμή της ως μητέρα με κύρος και εξουσία πάνω στα παιδιά της, ανήλικα ή ενήλικα. Ο άλλος, σε πλήρη αντίθεση, βιώνεται ως σχέση εξάρτησης –συχνά και φόβου- στο ρόλο της συζύγου-γυναίκας. Η φοβισμένη γυναίκα, κλεισμένη στο σπίτι με τα παιδιά, είναι ταυτόχρονα η μητέρα, που με σιδερένιο χέρι τα μεγαλώνει σε πλήρη υπακοή.
Αυτή η αντιφατική εικόνα ερμηνεύεται αν την πλησιάσει κανείς με γνώμονατο φυλετικό ρόλο. Πράγματι, φαίνεται ότι οι αδυναμίες της μητέρας είναι επιλεκτικές και παρουσιάζονται κάθε φορά που τείνει να υπερβεί τα όρια της, πραγματικά και συμβολικά. Βασίλισσα στο σπίτι της, αυταρχική και εξουσιαστική στα παιδιά της,ικανή για οικονομικούς ακροβατισμούς αν χρειαστεί, άτομο δυνατό στην ουσία του εμφανίζεται αδύνατο στη γυναικεία διάσταση του ρόλου του. Η εξουσία που της παραχωρείται με το γάμο, όχι μόνο δε τη δυναμώνει, αλλά αντίθετα συντελεί στην υποταγή της. Είναι ετεροκαθοριζόμενη,  έχει κατ’ αποκλειστικότητα τη φροντίδα των παιδιών και ασκεί εξουσία αντιπροσώπου. Έτσι, η δυναμική της σχέσης μάνας-παιδιού επιτάσσεται για υπηρετήσει την εξουσία του πατέρα.
Τα παιδιά βιώνουν τη μητέρα δυνατή και συχνά ανικανοποίητη, να δίνει παρ’όλα αυτά τον τόνο για υπακοή και σεβασμό, τον οποίο έκδηλα δε συμμερίζεται εν τηυ ποταγή της. Σε κάθε διήγηση υπάρχει ένα «αλλά» ως προς τη θετική εικόνα της μητέρας, άλλοτε εκφρασμένο, άλλοτε λανθάνον, αναιρετικό του πρώτου όρου. Όσο πιο δυνατή είναι η μητέρα, τόσο πιο ανεξήγητη η αναγνώριση του ανεπαρκούς συζύγου.
Όλες σχεδόν οι μητέρες της έρευνας αυτής είχαν επάγγελμα τα οικιακά. Η ιδιότητα αυτή θεσμοθετεί και επίσημα το γεγονός ότι η βασική αρμοδιότητα στη ζωή της ενήλικης γυναίκας της εποχής εκείνης θα πρέπει να είναι η παροχή φροντίδας στους άλλους. Η μητέρα δεν έχει καμία αρμοδιότητα εκτός σπιτιού. Ο μοναδικός χώρος στον οποίο είναι αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η κουζίνα, όπου πάλι θα πρέπει να λειτουργήσει έτσι ώστε να καλυφθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι διατροφικές ανάγκες των άλλων μελών της οικογένειας.
Η εικόνα αυτή της μητέρας άλλαξε αρκετά μετά το φεμινιστικό κίνημα. Οι φεμινιστές δηλώσανε ότι η μητέρα –οσιομάρτυρας περιορίστηκε στη φυλακή της μητρότητας και δεν αντιστάθηκε στην καταπίεση επειδή υποτασσόταν στις ανάγκες των παιδιών. Για να μπορέσει λοιπόν μια γυναίκα να ολοκληρωθεί, πρέπει να εγκαταλείψει την τάση της για «αλτρουιστική αυτοθυσία», ακριβώς όπως το εξηγεί μια φεμινίστρια: Οι περισσότερες από μας, όταν έγιναν φεμινίστριες απέρριψαν τη μητέρα που θυσιάζεται με αλτρουιστικό τρόπο και πάντα συγχωρεί, όπως ένας πραγματικός οσιομάρτυρας». Η αποδόμηση της παραδοσιακής εικόνας της μητέρας προϋποθέτει την απόρριψη ορισμένων εννοιών: θυσία, αλτρουισμός, συγχώρεση, και μαρτύριο, λέξεις –κλειδιά του χριστιανισμού. Έτσι, η προσπάθεια των φεμινιστών εστιάστηκε στην απελευθέρωση των γυναικών από αυτά τα αρχέτυπα που θεωρήθηκαν εργαλεία καταπίεσης, και η απαλλαγή της μητρικής εικόνας από θρησκευτικά πρότυπα.
Σήμερα, με την προοδευτική αποδόμηση της παραδοσιακής αναπαράστασης για τη μητέρα, οι σύγχρονοι γονείς αναζητούν έντονα ένα μοντέλο μητρότητας πουνα είναι λειτουργικό. Με την έλλειψη ενός καθολικά αποδεκτού μοντέλου, οι νέοι γονείς δυσκολεύονται να εγγραφούν σε μια σαφή και καθησυχαστική παράδοση γονεϊκότητας. Οι πολλαπλότητα των κοινωνικών ρόλων που έχει αναλάβει η γυναίκα και οι ποικιλία των συνθηκών που βιώνει κάθε οικογενειακό περιβάλλον δημιουργούν την ανάγκη να βρει κάθε οικογένεια το δικό της προσωπικό μοντέλο λειτουργίας. Κάθε μητέρα καλείται να διαμορφώσει το δικό της ορισμό για τη μητρότητα, βάσει των προσωπικών της βιωμάτων και των απαιτήσεων του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο ζει (Cramer, 1999).

  Κόρη: Κατασκευάζοντας τη γυναικεία φύση

Η έρευνα της Ιγγλέση φωτίζει πολλές πλευρές της παραδοσιακής εκπαίδευσης των κοριτσιών στο ρόλο του φύλου τους. Καταρχήν, η μητέρα, συνεχώς παρούσα στο σπίτι, ενσαρκώνει το μοντέλο της γυναικείας ταυτότητας, άμεσα υπεύθυνη για την αναπαραγωγή του. Η ίδια αναστέλλοντας τη δική της ζωή, θα την ταυτίσει με τη μελλοντική εξέλιξη των παιδιών της και θα διοχετεύσει όλη την ενέργειά της σ’ αυτό το σκοπό.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι η βασική παιδαγωγική αρχή στην παραδοσιακή εκπαίδευση των κοριτσιών είναι ο περιορισμός στον ιδιωτικό χώρο. Για τις περισσότερες γυναίκες της έρευνας, στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, τα παιχνίδια είναι κοινά για αγόρια και κορίτσια. Αργότερα, θα χωριστούν ανάλογα με το φύλο:βίαια, εξωστρεφή και υπαίθρια τα παιχνίδια των αγοριών, σπιτικά και ειδυλλιακά των κοριτσιών. Ωστόσο σε καμιά ανάμνηση δεν εμφανίζεται έμφυτη αυτή η κλίση.Αντίθετα, τα κορίτσια έχουν σαφώς την αίσθηση της παρέμβασης στις επιλογές τους,και ξέρουν ότι οι περιορισμοί αυτοί έχουν σχέση με το φύλο τους. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στις οικογένειες που τα μικρά κορίτσι έπαιζαν μαζί με τους αδερφούς, ελεύθερες στην αρχή.
Ωστόσο, η περίοδος ανακωχής, κατά την οποία τα κορίτσια μεγαλώνουν σαν αγόρια, δεν κρατάει πολύ, ο πατέρες αθετεί την υπόσχεση που φάνηκε να δίνει ότι θα μεγαλώσει τις κόρες διαφορετικά, επιτρέποντας την πρόσβαση σε χώρους ανδρικούς,παύει να παίζει και τα κοριτσάκια παραδίδονται στη μητέρα. Η σοβαρή δουλειά της γυναικείας διαπαιδαγώγησης αρχίζει από τη μητέρα και σημαίνει περιορισμό από τους δημόσιους χώρους, έλεγχο των κινήσεων, παρέμβαση στις επιλογές, απο φυγή από ό,τι δήποτε θα φανεί ανήθικο. Οι απαγορεύσεις αυτές έχουν σαφή υπονοούμε να διαφύλαξης της γυναικείας ηθικής και αρετής που αποτελεί το πιο σημαντικό προσόν της νέας κοπέλας την εποχή εκείνη.
Το εκτός σπιτιού προφίλ της έφηβης κόρης υπαγορεύει να είναι υπάκουη και καλή μαθήτρια, να έχει καλούς τρόπους δηλαδή να συμμορφώνεται με τα κοινωνικά πρότυπα, να αυτοελέγχεται και να αυτοπεριορίζεται. Η πίεση για συμμόρφωση χαρακτηρίζει το σχολικό χώρο όπως και το σπίτι, αυτό που διακινδυνεύεται και στους δύο χώρους είναι η αγάπη και η αποδοχή από τα σημαίνοντα πρόσωπα.
Σήμερα, οι τόσο αποπνικτικά περιοριστικές αυτές τάσεις του παρελθόντος δημιούργησαν στις νέες γυναίκες την τάση να ξεφύγουν από κάθε περιορισμό του ρόλου του φύλου και να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τα πάντα. Ο Cramer (1999),μελετώντας τη δυναμική στις σχέσεις μητέρας -κόρης μέσα από τρία περιστατικά,περιγράφει πως οι μητέρες αυτές δε θέλουν να δουν τις κόρες τους φυλακισμένες σε μια στερεότυπη θηλυκότητα. Έτσι, μαθαίνουν στις κόρες να λειτουργούν και ως γυναίκες και ως άνδρες και μερικές φορές και τα δύο ταυτόχρονα. Αυτή η επιθυμία για ολότητα εκφράζει την άρνηση να είναι μόνο ο εαυτός τους. Πίσω από αυτή την επιθυμία δεν είναι μόνο ο φθόνος των γυναικών για τα πλεονεκτήματα των ανδρών,αλλά και η ελκυστικότητα της παντοδυναμίας, της δύναμης που δίνει η αίσθηση ότι είσαι ο εαυτός σου και το αντίθετο, τα πάντα.
Ο Cramer ισχυρίζεται ότι με αυτή την τάση απεικονίζεται ο μύθος της ολότητας, του σφαιρικού αμφίφυλου όντος του Συμποσίου του Πλάτωνα που περιγράφεται ως ανδρόγυνο. «Καθένας μας είναι ένα μισό ανθρώπου που χωρίστηκε από το όλον του και κάθε μισό βρίσκεται σε συνεχή αναζήτηση του άλλου μισού του», έλεγε ο Πλάτων προκειμένου να ορίσει τον έρωτα. Οι σύγχρονες μητέρες πιστεύουν ότι οι κόρες τους δεν πρέπει να στερηθούν καμία από τις ανθρώπινες εμπειρίες. Ωστόσο, λέει ο Cramer, αν και η διαπαιδαγώγηση πρέπει να στοχεύει στην ισοτιμία των δύο φύλων, μερικές φορές βλέπει κανείς στις διηγήσεις αυτών των μητέρων, όπως και στο λόγο των θεωρητικών του φεμινισμού, ότι μόνο η πλήρη ομοιότητα, ή η ανδρόγυνη συγχώνευση θα μπορούσε να εξασφαλίσει στις κόρες την ευτυχία. Μοιάζει δηλαδή να υπάρχει μια τάση για έναν καταστροφικό ολοκληρωτισμό, μια απλουστευτική κατάργηση κάθε διαφοράς ανάμεσα στα φύλα.
Το αντίδοτο στον πειρασμό αυτής της ανδρόγυνης αυτάρκειας είναι η διατήρηση μιας ανδρικής εικόνας ως ελκυστικής, έτσι ώστε να διαιωνιστεί η επιθυμία για το άλλο φύλο. Η σταθερή ύπαρξη αυτής της επιθυμίας θα πρέπει να είναι στόχος της εκπαίδευσης στο ρόλο του φύλου και να αντικαταστήσει το φθόνο για τα προνόμια του ανδρικού ρόλου.

Ο ρόλος της συντρόφου-συζύγου

Στη μελέτη των τριών αυτών περιστατικών ο Cramer ασχολήθηκε και με τις αναπαραστάσεις των γυναικών προς το άλλο φύλο. Ισχυρίζεται λοιπόν ότι οι γυναίκες αυτές διατηρούν μια αμφιθυμική εικόνα προς τον άνδρα. Εκφράζουν την απογοήτευση τους, σα να αισθάνονται ότι κανένας άνδρας δεν μπορεί να τους δώσει όλα όσα περίμεναν. Βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση μαζί του. Παραμονεύουν συνεχώς και συχνά επαναφέρουν στην τάξη τους άνδρες που συναναστρέφονται,προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι θα σεβαστούν τα δικαιώματά τους. Αν και τα τελευταία τριάντα χρόνια η κοινωνική θέση της γυναίκας βελτιώθηκε, η πάλη των δύο φύλων εξακολουθεί να υφίσταται. Φαίνεται, για τον Cramer, ότι θα πρέπει να υπάρχει μια σχέση αντιδικίας ανάμεσα στα δύο φύλα. Η κατανομή των ρόλων κυριαρχίας και υποταγής είναι ένα θέμα προς συνεχή διαπραγμάτευση και η σύγκρουση των δυνάμεων είναι πολύ συχνή. Πάντως, η αύξηση του αριθμού των διαζυγίων δείχνει ότι η αντιδικία παραμένει, ακόμη και όταν οι γυναίκες την αντιμετωπίζουν παίρνοντας περισσότερες πρωτοβουλίες απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Η σχέση άνδρα –γυναίκας σφραγίζεται πάντα από συγκρούσεις είτε τη μελετούμαι από τη σκοπιά του άνδρα είτε από τη σκοπιά της γυναίκας. Η ίδια η φύση της επιθυμίας για το άλλο φύλο, για το διαφορετικό που διαθέτει, προδιαθέτει γι’αυτή τη σύγκρουση που βασίζεται στο φθόνο και την αντιπαλότητα. Αυτή η διένεξη πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης στους κόλπους του ζευγαριού και στις κοινωνικές σχέσεις.
Σήμερα οι αναπαραστάσεις των γυναικών για το άλλο φύλο χρωματίζονται από μια αμφιθυμική στάση: Από τη μια καταδικάζουν κάθε μορφή υποταγής και καταγγέλλουν τα πάντα και από την άλλη καλλιεργούν ένα είδος συμβιβασμού, όπου θα αναμειχθούν η αποδοχή των παραδοσιακών τύπων θηλυκότητας με μια βουβή εξέγερση. Από τη μια οι εσωτερικευμένες προδιαγραφές του ρόλου και από την άλλη η συνειδητή αμφισβήτησή τους. Αυτό το αίσθημα του ανικανοποίητου δηλαδή διαιωνίζεται. Έτσι, διατηρείται το χάσμα ανάμεσα στις κοινωνικές κατακτήσεις των γυναικών και στην αφοσίωση στην παράδοση, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό, στο αναλλοίωτο των συλλογικών αναπαραστάσεων για τη γυναίκα και την ταυτότητά της.Συχνά λοιπόν οι γυναίκες δεν πραγματοποιούν τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες τους γιατί νιώθουν ενοχές ότι προδίδουν τον παραδοσιακό γυναικείο ρόλο.
Για τη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης είναι σαφή η συμβολή του φεμινιστικού κινήματος: Η Ιγγλέση ισχυρίζεται ότι αντίθετα από τους άλλους απαγορευμένους χώρους, που επιτρέπουν τη μερική ανεξαρτητοποίηση, όπως το επάγγελμα, σπουδές, σεξουαλικότητα, ο φεμινισμός είναι η μόνη οδός προς ην πλήρη υπέρβαση του φυλετικού ρόλου. Ωστόσο, αναγνωρίζεται ότι η φεμινιστική διάσταση αποτελεί ιδιαίτερη επιβάρυνση στην ψυχική οικονομία των γυναικών, καθώς η επαναδιαπραγμάτευση του φυλετικού ρόλου είναι επίπονη. Ταυτόχρονα όμως,αντιπροσωπεύει το μοναδικό τρόπο υπέρβασης των ορίων που η κοινωνία έχει επιβάλει στις γυναίκες.
Τέλος, η Ιγγλέση αναφερόμενη στις σύγχρονες πια παντρεμένες Ελληνίδες,παρατηρεί ότι η δυναμική των ανταλλαγών τείνει στη δημιουργία ενός νέου σχήματος συμβίωσης, που εκφράζει τη θεμελιώδη αλλαγή που έχει επέλθει στο παραδοσιακό μοντέλο. Γιατί αυτό που χαρακτηρίζει τους γάμους αυτούς, είναι η τεράστια διαφορά από το παλιό σχήμα, καθώς και η υιοθέτηση νέων συμπεριφορών απέναντι στις προκλήσεις μιας αντίξοης πραγματικότητας. Ενώ δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα αποκρυσταλλωμένο σχήμα σύγχρονου γάμου, επισημαίνεται ωστόσο η επανάληψη ορισμένων χαρακτηριστικών, σε όλες τις περιπτώσεις. Ως στοιχεία του μοντέλου θα αναγνωρίζαμε την κατάργηση του φυλετικού καταμερισμού της εργασίας, την ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς και την παραδοχή του επαγγελματικού και κοινωνικού προβληματισμού και των δύο συζύγων συγχρόνως. Διαφαίνεται εντέλει η ένταξη των στοιχείων αυτών σε μια δυναμική και συνολική θεώρηση, που απαιτεί την ουσιαστική συναισθηματική επένδυση και τη συνεχώς ανανεούμενη δέσμευση και των δύο προσώπων στη σχέση.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Abelin, E.L. (1975).Some further observations and comments on the earliest role ofthe futher. International Journal of Psychoanalysis, 56, 293-302.

Αντωνοπούλου, Χ. (1999). Κοινωνικοί ρόλοι των δύο φύλων. Καστανιώτης, Αθήνα.

Basch- Kahre, E. (1999). Γυναικεία και ανδρικά πρότυπα. Ελληνικά Γράμματα,Αθήνα.

Bell, D. (1982). Being a man: the paradox of masculinity. San Diego: Harcourt BraceJovanovich.

Chodorow, N. (1978). The reproduction of Mothering, Univ. of California Press,Berkeley.

Cramer, B.(1997). Μυστικά γυναικών-από μητέρα σε κόρη, Ψυχανάλυση-ΕκδόσειςΚαστανιώτη, Αθήνα.

Gilligan, (1982). In a different voice: Psychological theory and women’sdevelopment, Harvard Univ. Press, Cambridge.

Ιγγλέση, Χ.(1997). Πρόσωπα γυναικών, προσωπεία της συνείδησης. Οδυσσέας,Αθήνα.

Mahler, M.S., Pine, F. & Bergman, A. (1975).The psychological birth of the humaninfant. New York: Basic Books.

Meth, R.L. & Pasick, R.S. (2000). Άνδρες σε θεραπεία. Εργαστήριο ΔιερεύνησηςΑνθρωπίνων Σχέσεων. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Pittman, F.(1996). Ο Άνδρας σε κρίση. Εργαστήριο Διερεύνησης ΑνθρωπίνωνΣχέσεων. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Pleck, J.H. (1979). Men’s family work: Three perspectives and some new data. TheFamily Coordinator, 28, 481-488.Scarf, M. (1988). Intimate Partners. New York: Ballantine Books.